Το inLefkas έχει την τιμή, να παρουσιάσει για πρώτη φορά ένα νέο λευκαδίτικο λογοτεχνικό έργο: ολόκληρη τη θεατρική διασκευή του “Φωτεινού” του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, έτσι όπως την εμπνεύστηκε και την επεξεργάστηκε ο Λευκαδίτης (Σφακισάνος) Θοδωρής Γεωργάκης.

It is noteworthy that the fourth song, which describes the customs of the marriage, as well as the rebellion of the Sfakisan against Frango Zorzi Gatsianos, is the creation of Thodoris Georgakis.


a.jpg
Εικόνα Εξωφύλλου

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ

ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΥΗ “ΦΩΤΕΙΝΟΣ”

Aristotle Valaoritou

Lefkada 2012

HABITATOGRAPHY

ΘΟΔΩΡHΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ – ΠΑΠΟΡΑΚΗΣ

THEO.jpgΓεννήθηκα στο Πινακοχώρι Σφακιωτών Λευκάδος το 1954. Φοίτησα στην Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή και Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Επαγγελματικά έκανα καριέρα, σαν τραπεζικό στέλεχος, σε μεγάλα καταστήματα των Αθηνών, αλλά και στη Λευκάδα.Επί δεκαπενταετία (1980 – 1995) ασχολήθηκα με την αθλητική δημοσιογραφία δημοσιογραφόντας σε αθηναϊκές εφημερίδες. Έργα μου:

  1. To CD «Music Promenade in Lefkada" Lefkada with rare songs of the past.
  2. Το βιβλίο: «Σφακιώτες Λευκάδος. Το λίκνο της καρδιάς μας»
  3. The book: "The thing I remember mologo - Stroll in Lefkada yesterday."
  4. H Ποιητική Συλλογή: <<Ψυχή μου Σκήπτρο>>.

Communication: [Email protected]


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

STRUCTURE OF WORK

ΟΙ ΣΦΑΚΙΩΤΕΣ

Aristotle Valaoritou

<<ΦΩΤΕΙΝΟΣ>>

ΑΣΜΑΤΑ: ΠΡΩΤΟ – ΔΕΥΤΕΡΟ – ΤΡΙΤΟ

ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ

<<ΦΩΤΕΙΝΟΣ>>

FOUR SONG

Ο ΓΑΜΟΣ ΚΙ Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ.

NOTE: The picture of the cover, representing Zevgolotis Fotinios, belongs to a painting of the Sfakianos painter Θεμιστοκλή Καρφάκη.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Δεκαετία του 1960 στο χωριό μου το Πινακοχώρι Σφακωτών Λευκάδος, όντας μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, είχα υποδυθεί σε σκέτς, κατά την επέτειο της 25ης Μαρτίου, τον Ζώρζη Γρατιανό στον ΦΩΤΕΙΝΟ του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Έκτοτε πάντα κουβαλώ στη μνήμη μου αποστηθισμένο σχεδόν ολόκληρο το κείμενο του έργου, ειδικότερα του πρώτου άσματος, αφού η δομή του έργου μόνο στο πρώτο άσμα δίνει την δυνατότητα να παιχθεί θεατρικά, πράγμα που με οδήγησε στον προβληματισμό, χρόνια τώρα, πρώτον, πως θα καταστεί δυνατόν να διασκευασθούν θεατρικά και τα άλλα δύο άσματα του έργου του απαράμιλλου Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και δεύτερον, αν θα μπορούσα, κάποια στιγμή, να δημιουργήσω προσωπικά και τέταρτο άσμα, (ιεροσυλία, έ;), αφού, όπως παρατηρούν όλοι οι βιογράφοι του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, σκόπευε ο Λευκαδίτης βάρδος να δημιουργήσει και τέταρτο άσμα, όμως τον πρόλαβε ο πρόωρος θάνατός του, στο οποίο θα περιέγραφε όλα τα Λευκαδίτικα έθιμα κατά το γάμο, αλλά και τον ξεσηκωμό των Σφακισάνων κατά των Φράγκων του Ζώρζη Γρατιανού. (Γ.Σ.Π ΣΑΒΒΙΔΗ: << ΦΩΤΕΙΝΟΣ>> ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ)

Έχοντας πάντα κατά νου ένα τέτοιο φιλόδοξο μεν, αλλά φοβερά δύσκολο εγχείρημα, το έναυσμα μου δόθηκε το καλοκαίρι του 2010.Τότε αντιπροσωπεία του Δήμου Σφακιωτών επισκέφθηκε τα Σφακιά της Κρήτης, στα πλαίσια των έπαφών που άνοιξαν τα δύο μέρη, Σφακιώτες Λευκάδος και Σφακιά Χανίων, μετά την δεύτερη επίσημη Αδελφοποίησή τους τον Απρίλιο του 2010, (η πρώτη είχε γίνει το 1956), επισφραγίζοντας τον συγγενικό δεσμό των κατοίκων των δύο περιοχών, αφού οι Σφακιώτες Λευκάδος δημιουργήθηκαν περί τα μέσα του 15th αιώνα από Σφακιώτες (Σφακιανούς) εκπατρισθέντες υπό των Ενετών, όταν σχεδόν δέκα φορές είχαν ξεσηκωθεί ανεπιτυχώς κατά των Ενετών κατακτητών του νησιού της Κρήτης. (Πηγές: 1. ΠΑΡΙ ΚΕΛΑΪΔΗ.<< ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΦΑΚΙΩΝ. ΤΟΜΟΣ 1ος. ΣΕΛΙΔΑ 551>> 2. Aγγλικό κείμενο.<< HISTORY OF CRETE AND THE REGION OF SFAKIA>>).

Εκεί, στην πρωτεύουσα των Σφακίων, στην ορεινή Ανώπολη, πέραν απ’ την θαυμάσια Σφακιανή φιλοξενία, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε θεατρική παράσταση με θέμα την Επανάσταση του 1778 στα Σφακιά, με αρχηγό τον Δασκαλογιάννη, κατά των Τούρκων, η αποτυχία της οποίας είχε σαν αποτέλεσμα τον μαρτυρικό θάνατο, με γδάρσιμο, του πρωταγωνιστή Δασκαλογιάννη. Στον ρόλο του Δασκαλογιάννη πρωταγωνιστής ήταν ο ηθοποιός Νίκος Βερλέκης.

When, at the end of the show, I had conversation with him and mentioned our visit of Lefkada, he immediately talked about BRIGHT Aristotle Valaoritis. He seemed to know the excellent work Lefkaditis bard and indeed the technical inability to transfer entirely on stage as theatrical.

Ακριβώς αυτή η επισήμανση του ηθοποιού μου δημιούργησε την στέρεη, πλέον, πεποίθεση και την ιδέα για την επιχειρούμενη προσπάθεια.

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΤΟΥ ΤΕΤΑΡΤΟΥ ΑΣΜΑΤΟΣ

Με δέος και απέραντο σεβασμό προς τον ογκόλιθο των Ελληνικών Γραμμάτων, τον Πανελλήνιο Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, εγώ ο ελάχιστος, επιχειρώ αυτή την παρέμβαση στον ΦΩΤΕΙΝΟ, ώστε να καταστεί θεατρικά αξιοποιήσιμος. Επί πλέον με περισσότερο δέος και φόβο, προχωρώ, όπως προανέφερα, στην δική μου δημιουργία του συμπληρωματικού τετάρτου άσματος, το οποίο, περιλαμβάνει τα του γάμου της Θοδούλας και του Λάμπρου, σύμφωνα όλα με τη Λευκαδίτικη παράδοση, αλλά και τον μεγάλο ξεσηκωμό των Σφακισάνων κατά του δυνάστη Ζώρζη Γρατιανού. Επί πλέον μέγιστο μέλημά μου να διατηρήσω την πλουσιότατη Σφακισάνικη και Λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, όπως ακριβώς με θαυμαστό τρόπο χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.

Θαρρώ πως η βιωματική μου γνώση της ντοπιολαλιάς και όλων των εκφάνσεων του χωριάτικου Λευκαδίτικου γάμου, έτσι όπως τον έζησα στο χωριό μου, το Πινακοχώρι Σφακιωτών , θα μου επιτρέψει να έχω μια ολόπλευρη περιγραφή του, δεδομένου ότι και τον δικό μου γάμο τέλεσα με όλα τα πατροπαράδοτα Σφακισάνικα έθιμα. Σε ότι αφορά την λογοτεχνική αξία του δικού μου ταπεινού πονήματος του τετάρτου άσματος, αυτό ταπεινά το αφήνω στα χέρια των ειδικών και των κριτικών.

Σε ότι αφορά τα τεχνικά στοιχεία της επιχειρούμενης θεατρικής διασκευής των τριών ασμάτων, δεν αφαίρεσα ούτε κόμμα απ’ τα κείμενα του μεγάλου ποιητή. Όλοι οι διάλογοι των ηρώων του έργου παραμένουν αυτούσιοι. Μόνο οι αναφορές του ποιητή σε τρίτα πρόσωπα απαγγέλονται από αναλογίου απ’ τον Αφηγητή, που εισάγω στην διαδρομή του έργου. Ακόμη επεχείρησα ελαφρά αναδιάταξη στην εισαγωγή του δευτέρου άσματος, την οποία τοποθέτησα σαν εισαγωγή του πρώτου άσματος και του έργου γενικότερα, αφού το περιεχόμενό της είναι ιδανικό για να προϊδεάσει τον αναγνώστη και τον θεατή, για το <<Βασίλειο του Φωτεινού>> στον εγκρεμνό του Κόντρου.

Να παρατηρήσω, επί πλέον, πως, δυνητικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην μουσική επένδυση του διασκευασμένου θεατρικά έργου, τα δύο μουσικά έργα που τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν με μελοποιημένα αποσπάσματα απ’ τον ΦΩΤΕΙΝΟ του Βαλαωρίτη. Πρώτον απ’ το έργο του μουσικού Παναγιώτη Φίλιππα, με τον οποίο συνεργάστηκα σαν επιλογέας των στίχων και των τραγουδιών, τα οποία συγέντρωσα με δουλειά χρόνων από χωριό σε χωριό του νησιού, στο δημιουργηθέν CD με τίτλο <<ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΗΝ ΛΕΥΚΑΔΑ>>. Δεύτερον, απ’ το σπουδαίο έργο του Λευκαδίτη μουσικού Διονύση Γράψα με μελοποιημένα αποσπάσματα του Φωτεινού, και με απόδοση κειμένων απ’ τον Λευκαδίτη ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο, το έργο παρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2010 στους Σφακιώτες με την πολυμελή χορωδία της ΔΕΗ.

Ευελπιστώντας πως προσφέρω, με τις ταπεινές μου γνώσεις και δυνάμεις μια πλατύτερη διάδοση του μοναδικού ΦΩΤΕΙΝΟΥ, παρουσιάζω την δική μου προσθήκη του τετάρτου άσματος κα την ολοκληρωμένη θεατρική διασκευή του έργου, στο ελληνικό κοινό, για να γνωρίσει πλατύτερα τον μεγάλο πατριωτισμό του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και την διαρκή του μάχη κατά της ξενοκρατίας, μια μάχη που απόχτησε διαχρονική επιδίωξη για τον Ελληνισμό, ιδιαίτερα, μάλιστα τα τελευταία χρόνια (2010 και εφεξής) που η πατρίδα μας αντιμετωπίζει τον ακήρυχτο οικονομικό πόλεμο των δυνατών του κόσμου.

ΛΕΥΚΑΔΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2012

STRUCTURE OF WORK

Η γέννηση του ΦΩΤΕΙΝΟΥ μπορεί να χρονολογηθεί με αρκετή ακρίβεια, από τρείς επιστολές του ποιητή προς τον γιό του Ιωάννη (Νάνο) Βαλαωρίτη, ο οποίος παραστέκονταν, μέσα στην Χώρα της Λευκάδος, και όχι στο νησάκι της Μαδουρής, στον ήδη άρρωστο πατέρα του Αριστοτέλη, τον οποίο ταλάνιζαν καρδιακά προβλήματα. Απ’ τις επιστολές αυτές συνάγεται το συμπέρασμα πως η συγγραφή του ΦΩΤΕΙΝΟΥ έγινε μέσα σε τέσσερεις μήνες , απ’ τον Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούνιο του 1879, ελάχιστο χρονικό διάστημα πριν τον θάνατό του, στις 27 Ιουλίου του ιδίου έτους.

ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ. Το Νοέμβρη του 1356 σ’ ένα χωράφι στους Σφακιώτες Λευκάδος. Ο παλιός κλέφτης και πολέμαρχος Φωτεινός οργώνει το χωράφι του με τον γιό του Μήτρο. Ο Φράγκος αφέντης του νησιού Τζώρτζης Γρατιανός έχει βγεί για κυνήγι στην περιοχή με την συνοδεία του. Τα άλογα και τα λαγωνικά του ποδοπατούν το χωράφι του Φωτεινού, ο οποίος με σφεντόνα χτυπά τα σκυλιά του Γρατιανού. Ο αφέντης του νησιού καταφτάνει και χτυπά στην κεφαλή τον γέρο Φωτεινό, ενώ διατάζει τους υποτακτικούς του, για τιμωρία, να του συντρίψουν τα δάχτυλα πάνω στην χειρολαβή του αλετριού του. Συγχρόνως με λόγια σκληρά προσβάλει το εθνικό φιλότιμο του γέρο πολεμάρχου. Σαν έφυγαν όμοια αγρίμια οι Φράγκοι, ο λαβωμένος Φωτεινός ορκίζει τον γιό του Μήτρο για εκδίκηση και εκδιωγμό του Γρατιανού απ’ το νησί.

ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ. Μάρτιος του 1357, στον πύργο του Φωτεινού γύρω απ’ την φωτιά ο γέρο κλέφτης διηγείται τα κατορθώματά του στην αγαπημένη του κόρη Θοδούλα, έμεινε παιδούλα ορφανή απ’ την μάνα της. Ο πατέρας μαντεύει πως η κόρη του θέλει για άντρα της τον Λάμπρο, τον γιό του Φλώρου Χτενά, συμπολεμιστή και συντρόφου του, η δε Θοδούλα μαντεύει πως ο πατέρας της μαζί με τον μέλλοντα πεθερό της Φλώρο Χτενά, μαζί με τους γάμους της με τον Λάμπρο, σχεδιάζουν και επανάσταση κατά του Γρατιανού

ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ. Η θοδούλα κοιμάται, ο Φωτεινός και ο Φλώρος πίνουν και κουβεντιάζουν. Μιλούν πρώτα για τον γάμο και ύστερα για τον ξεσηκωμό. Ορίζουν και τα δύο μεγάλα γεγονότα για την Κυριακή του Θωμά. Ο Λάμπρος και ο Μήτρος έχουνε πάει στην Κεφαλλονιά για να ζητήσουν την βοήθεια του αφέντη της Κεφαλλονιάς Νικηφόρου. Όταν φτάνουν τα δύο παλικάρια και αναγγέλουν την ευτυχή κατάληξη της αποστολής τους, τότε τους αναγγέλλουν τ’ αρραβωνιάσματα του Λάμπρου και της Θοδούλας, η οποία στο κρεβάτι της κρυφακούει. Ο Φωτεινός στέλνει τον Μήτρο στα Μπροστινά χωριά της Λευκάδας να καλέσει στους γάμους και στον ξεσηκωμό και ο Φλώρος με τον Λάμπρο αναλαμβάνουν την ίδια αποστολή για τα Πίσω χωριά του νησιού.

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ: ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΑΣΜΑ Δ. Η Λαμπρή πλησιάζει, κοντά και η μεγάλη μέρα του Αϊ Θωμά. Οι ετοιμασίες για τους γάμους των παιδιών είναι στο αποκορύφωμά τους. Όλα τα έθιμα του Λευκαδίτικου γάμου τηρούνται με ευλάβεια. Καταρτίζουν το λιγατοχάρτι στο οποίο αναγράφονται επακριβώς όλα τα προικιά της νύφης, σε ακίνητα και κινητά. Πλένουν τα μαλλιά της νύφης στην πηγή της Αρκολιάς, με τα οποία θα γεμίσουν τα στρώματα του νιόφωτου. Κάνουν τα προζύμια στο σπίτι της νύφης για να φτιάξουν το κουλούρι της, που θα μοιράσουν στο τραπέζι του γάμου. Την Παρασκευή το απόγευμα γίνονται τα Καρφώματα, όπου ρίχνουν τα προικιά της νύφης σε κόμπους , για να μεταφερθούν με τα άλογα στο σπίτι του γαμπρού.

Έρχονται την παραμονή του γάμου οι συγγενείς των μελλονύμφων με τα κανίσκια στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης. Και την Κυριακή απολείτουργα γίνονται τα στέφανα. Ακολουθεί γλέντι με τραγούδια και χορούς. Πάνω στον κολοφώνα του γλεντιού αγγελιαφόρος φέρνει το μήνυμα πως ο Γρατιανός με τους υποταχτικούς του και εκατό άνδρες του ναυάρχου Σοράτζου, έχουν φτάσει στην Επισκοπή των Σφακιωτών, εκεί ενώθηκαν με κάποιους άλλους Φράγκους που ήταν κλεισμένοι στο μοναστήρι και έχουν κάψει τις αχυροκαλύβες – κατοικίες των Σφακισάνων ξωμάχων, πέριξ του μοναστηριού. Αστράφτει και βροντά ο Φωτεινός και δίνει το σύνθημα και τις οδηγίες για την μεγάλη σύγκρουση. Με σχέδιο στρατηγικό οδηγεί τον Γρατιανό στο φαράγγι της Μέλισσας, όπου τα στενά εμποδίζουν τη διαφυγή τους στην Χώρα. Αναγκάζονται να αναρριχηθούν στα απότομα πρανή του φαραγγιού και να δώσουν εξαντλημένοι και πανικόβλητοι τη μάχη με τους πεντακόσιους οπλίτες και τους σαράντα καβαλάρηδες του Φωτεινού. Ο νικητής ο Φωτεινός φέρεται μεγαλόψυχα στον άνθρωπο που του σύντριψε τα δάχτυλα, αλλά τον στέλνει αιχμάλωτο στον Νικηφόρο Β, τον δεσπότη της Ηπείρου, ο οποίος είχε συνδράμει στον ξεσηκωμό των Σφακισάνων.

ΟΙ ΣΦΑΚΙΩΤΕΣ

Three reasons seem to be prompted to choose Valaoritis villages of Sfakiotes, where the case of the unique lyric project unfolds.

Πρώτον. Το γεγονός ότι ο Γερμανός Κάρολος Χόπφ, ο οποίος διέσωσε στην ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ του το ιστορικό γεγονός, αναφέρει σαν τόπο διεξαγωγής των συγκρούσεων μεταξύ των χωρικών της Λευκάδος και των Φράγκων του Ζώρζη Γρατιανού την Επισκοπή, το μοναστήρι που διασώζεται σήμερα στην κορυφή του χωριού Σπανοχώρι των Σφακιωτών και εν συνεχεία στην Μέλισσα.Η σύγκρουση πέρασε στην τοπική και υπερτοπική ιστορία σαν <<Η Επανάσταση της Βουκέντρας, το 1357>>.

Second. In the same area of ​​Sfakiotis, with the Sakhisians again, who followed the other villages of the island, we have their great conflict with the English conquerors of the island, in the autumn of 1819. Passed in history the new uprising, now against the English, began when the British imposed new taxation on the already impoverished poor poor inhabitants of the island in order to open the channel between Lefkada and Akarnania in the area of ​​the Venetian castle. The battle that took place at the site of Boza, at the intersection of the road between Lefkada and Sfakiotis, between the coordinated army of the English, arriving from Corfu and the islanders, was bloody, with many dead villagers

Τρίτον. Υψηλό αγωνιστικό φρόνημα διακατέχει, απ’ τα βάθη των αιώνων, τους κατοίκους των εφτά χωριών των Σφακιωτών, οι οποίοι, κατά καιρούς, έχουν γίνει οι μπροστάρηδες τεσσάρων ξεσηκωμών των κολλήγων του νησιού, φρόνημα που εκπορεύεται απ’ τις Κρητικές ρίζες αυτών των κατοίκων, και δη απ’ τα Σφακιά των Χανίων.

Έφτασαν και εγκαταστάθηκαν στο κεντρικό οροπέδιο της Λευκάδας περί τα μέσα του 15th αιώνα, εκδιωγμένοι σαν στασιαστές απ’ τους Ενετούς, οι οποίοι κατείχαν απ’ το 1204 τη Μεγαλόνησο. Τουλάχιστον δέκα φορές, σύμφωνα με τις Κρητικές ιστορικές πηγές στασίασαν ανεπιτυχώς οι Σφακιώτες, αφού έτσι αποκαλούνταν μέχρι το 1900 περίπου οι κάτοικοι των Σφακιών Χανίων, οι σημερινοί Σφακιανοί, όπως προκύπτει απ’ τις κατωτέρω ιστορικές πηγές. ( 1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΑΛΙΔΑΚΗ. <<ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΦΑΚΙΩΝ>>. 2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΑΘΑ. <<ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ. ΣΕΛΙΔΑ 363>> 3. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ <<ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 333 μΧ – 1700. ΣΕΛΙΔΑ 120>> 4. Κωνσταντίνου Βοβολίνη <<Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ. ΣΕΛΙΔΑ 120>>). Οι Ενετοί καταχτητές εξεδίωκαν τους στασιαστές Σφακιώτες (Σφακιανούς) προς τα Επτάνησα, τα οποία κατείχε η Δυναστεία των Τόκκων, (1362 – 1479). Αυτή η δυναστεία κατέβαλε εργώδεις προσπάθειες να εμπλουτίσει το αραιοκατοικημένο τότε νησί της Λευκάδος με νέους κατοίκους. (Πηγές: 1. Πάνου Ροντογιάννη <<ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΥΚΑΔΟΣ. ΣΕΛΙΔΑ 334>> 2.Σπύρου Ασωνίτη: <<TO NOTIO IONIO ΣΤΟΝ ΟΨΙΜΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ. ΣΕΛΙΔΑ 251 >> και 3.. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΑΧΑΙΡΑ. <<Η ΛΕΥΚΑΣ ΕΠΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ. ΣΕΛΙΔΑ 131>>). Οι δύο δυναστείες – καταχτήτριες του νησιού, που προηγήθηκαν των Τόκκων, αυτές των Ορσίνι (1294 – 1332) και των Ανδηγαυών (1332 – 1362), είχαν αποψιλώσει από κατοίκους το νησί, οι κάτοικοι του οποίου έφευγαν απέναντι στην γειτονική Ακαρνανία, εξ αιτίας των δυσβάστακτων φόρων που επέβαλαν, αλλά και απ’ την δεσποτική και τυραννική συμπεριφορά τους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

<<ΦΩΤΕΙΝΟΣ>>

ΑΣΜΑΤΑ: ΠΡΩΤΟ – ΔΕΥΤΕΡΟ – ΤΡΙΤΟ

ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΦΩΤΕΙΝΟΥ

(Παρουσίαση απ’ τον αφηγητή του πύργου – αγροικίας του Φωτεινού στον εγκρεμνό του Κόντρου.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Φωλιάζουν οι σταυραετοί στου βράχου τα στεφάνια, εφώλιασε κι ο Φωτεινός στον εγκρεμό του Κόντρου. Τέσσαροι τοίχοι κάτασπροι, ο κάτοικας, τ’ αχούρι, η μάντρα για τα πρόβατα, μια δεκαριά κυβέρτια, πλατύς, καθάριος οβορός, ζωσμένος διπλολίθι, όπου επρασίνιζε πυκνός ο νύλακας, το μύρτο, τ’ αγιόκλημα, η μελετινή, κι όπου άπλωνε ένας φράξος τα δροσερά κλωνάρια του σφιχτά περιπλεγμένα μ’ ενα φτακοίλι καρπερό και μ’ ένα βοϊδομάτη.

It 'the kingdom of the poor. T liked everything ekeithe to enjoy the sea, p 'as wider' as your thief's heart, so your mind drowns. He saw a thousand forms n 'changing, thousand opses, when licking the shore, proskynimeni slave, and when to battle, mad, xestithomeni, with anemoskorpista hair with mouth foamed. K 'was Hermes, Greek! K 'ypoferne to feel the Frankish the sweatshops of the ridge tilling, and beats of the side with the oars of the Stranger!

Μέσα δεν είχε χώρισμα ο φτωχικός ο πύργος κι απ’ άκρη σ’ άκρη είν’ ανοιχτός. Ολόγυρα στον τοίχο κρέμονται τα δοξάρια του, με το σπαθί μια ζώστρα, ένα πελέκι σκαλιστό σεδεροστειλιασμένο, τ’ ακοίμητο καντήλι του εμπρός σε μιάν εικόνα, πόδειχνε την Ανάσταση, κι έφερνε κρεμασμένη, σαν τάμα, σαν προσκύνημα, τη φοβερή σφεντόνα. Και σκορπισμένα εδώ κ’ εκεί χίλιων λογιών συγύρια: αρήλογος, πινακωτή και πλάστης και δρυμόνι, η ανέμη για τα γνέματα, το τυλιγάδι, η δρούγα, ο οίκος με τα μάλλινα τα παρδαλά διπλάρια, και μια κρεμάθα με πυτιές σιμά στον καπνοδόχο, κι ο λυχνοστάτης στη γωνιά, κι ένας αλατολόγος, και του φτωχού το χάλκωμα, και λιναροσκουλίδες, και του γιωργού τα σύνεργα: βουκέντρες, καρπολόγοι, και δικριάνια ένα σωρό, και δέμα μ’ αντιράβδια. Και πάνω στα καταχυτά, φωλιές χελιδονίσιες που δεν επείραζε κανείς, και φέραν κάθε χρόνο μέσα σ’ αυτή την κιβωτό χαρά, ζωή κι ελπίδες.

(In the scene, or a similar setting, are old-Light to boil Nikitas who tells the past glories of the Greeks, from inside the narration of the narrator.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ήρθε στην Κόκκινη Εκκλησιά εξήντα χρόνους πίσω, ένας σοφός καλόγερος φευγάτος απ’ την Πόλη κ’ έμειν’ εκεί κι ασκήτευε. Τον έκραζαν Νικήτα.

image4
Εικόνα 1 – Έριξ’ ο Μήτρος τ’ ορφανό τα’ αλέτρι του στον ώμο…

He knew many letters and healed the world of spells and herbs, a thousand myriad passions: the rhyme, the bad grain, the fagousa, the Lefas the malathraki, the nail, the liokrsi, rabies.

Εκείνος του’πε μια φορά, που βρέθηκαν μονάχοι να κάθονται απολείτουργα στο πέτρινο πεζούλι του Αι – Λιά στην Εγκλουβή, την περασμένη δόξα και τ’ άμετρα τα βάσανα του δύστυχου του Γένους. Του’ πε το πώς ανάμεσα σε τρίβολα κι αγκάθια, μια μέρα θέλησε ο θεός να σπείρει ένα λουλούδι, οπού’ χε χίλιες ομορφιές και χίλιες ευωδίες, κι όπου όταν εμεγάλωσε και πρόβαλε δροσάτο δεύτερος ήλιος έλαμψε, και την ψυχή του κόσμου, π’ ούτε δεν είχε ανάκαρα κρυφά ν’ αναστενάζει, τη ζέστανε, τη στόλισε μ’ ακούραστα φτερούγια, την έμαθε πως να πετά. Και το λουλούδι εκείνο, πόπρεπε να ν’ αμάραντο το βάφτισεν Ελλάδα.

Τόδειξ’ εκεί παράμερα τη Σάλτενη, τον Κόρφο, και του’ πε πως αντάμωσαν και πως κριαρωθήκαν, μέσα σ’ αυτό το στένωμα, για τη σκλαβιά του κόσμου δυό πολεμάχοι φοβεροί, και πως ο νικημένος, από δυό λάμψες πόβλεπε ν’ αστράφτουν εμπροστά του – της Κλεοπάτρας τη ματιά κ’ ένα μεγάλο θρόνο – εδιάλεξε την ομορφιά και σβήστηκε μαζί της.

Και του’ πε πως ο νικητής, για να φυλάξει πάντα τη δόξα του ολοζώντανη και τη χρυσή του μοίρα, εξεθεμέλιωσε σκληρά χώρες, χωριά και τάφους, κ’ έχτισε τη Νικόπολη, κουφάρι με κουφάρια, σύντριμμα με συντρίμματα, κ’ ήταν σεισμός ο χτίστης, Του’ πε πως ένας βασιλιάς ο Μέγας Κωνσταντίνος, τη πρώτη μέρα πόδραξε στα χέρια την κορώνα, εξάνοιξ’ ότι επάνω της, πηχτή – πηχτή σαν αίμα, την εσκοτίδιαζε η σκουριά και θα την έτρωγε όλη αν δεν της έδιδε βαφή και βάφτισμα και χρίσμα τη λάμψη της Ανατολής, το φως του Σταυρωμένου, και του Βοσπόρου τα νερά.

And immediately grows in command of the giant, Av 'of our waves, the State Byzantine pozise thousand years without a xanasasma, xespathomeno everything to keep the abyss mougkrze drown the West the ungrateful. And yet, one dawn, Franks killers Christians, with betrayal, with fraud, of wore irons, salepsan of the root, and the hard katakopsan in countless strips.

After Pale live again, Mr. 'investigation a little - a little like a plane tree aged and sees every day parched fall clones of one to one with each heavy winter, and not retained because' has hollow heart, rather than a little skin.

(Withdrawn Bright and monk, or the relevant scene, the narrator introduces us continuing slowly - slowly in the project case.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Τα γνώριζ’ όλα ο Φωτεινός, κι όταν εκείθ΄επάνου ολόγυρά του εκοίταζε κ’ έβλεπ’ αυτούς τους τάφους, όλον αυτόν τον ξεπεσμό, όλην αυτήν την νέκρα, έμενε σαν παράλυτος, και για να διώξει, ο μαύρος, την καταχνιά που επλάκωνε την άκακη ψυχή του, έφευγε τον απέραντο, τον πεθαμένο κόσμο, και γύρευε παρηγοριά στα κατορθώματά του που’ ταν ακόμα ζωντανά, και στύλωνε το μάτι μ’ ανέκφραστη κρυφή χαρά στου Καλαβρού τα πλάγια, στην λαγκαδιά της Μέλισσας, στις Σπαθαριές, στον Κάπρο, στα χίλια τα λημέρια του, και τότε, αναπαμένος έριχνε λίγο κρίθινο ψωμί μες στο σακούλι, έβανε μπρός τα βόδια του κ’ έτρεχε στο χωράφι.

(The drama starts with the Light and his son Mitros and the bucolic scenery)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Πάρ’ ένα σβώλο Μήτρο, και διώξ’ εκείνα τα σκυλιά που μου χαλούν το φύτρο. Ο χερουλάτης έφαγε τ’ άχαρα δάχτυλά μου, και στην αλετροπόδα μου ελιώσαν τα ήπατά μου. Δυό μήνες έρεψα εδεδώ, εσάπισα στη νώπη μ’ αρρώστια, με γεράματα! Βάσανα, νήστεια, κόποι για αυτό το έρμο το ψωμί! Και τώρα που προβαίνει σγουρό, χολάτο από τη γη, που πριν το φαν χορταίνει τα λιμασμένα μου παιδιά, να το πατούν εμπρός μου με τόση απίστευτη απονιά οι δυνατοί του κόσμου! Εξέχασες και δε μ’ ακούς, εσένα κράζω Μήτρο. Διώξε σου λέω τα σκυλιά που μας χαλούν το φύτρο!

ΜΗΤΡΟΣ

-Είναι του Ρήγα, δεν κοτώ… Για κοίταξ’ εκεί πέρα να ιδείς τι θρός που γίνεται, τι χλαλοή πατέρα!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Τι Ρήγας, τι Ρηγόπουλα! Είν’ ο καινούργιος κύρης που πλάκωσε, με ξένο βιός να γίνει νοικοκύρης.

Paliofragkoi falling like vultures on carrion, those hunters always and forever ... And we are wild animals in them tremble, yak! Child, straight to your fire, stournaropetra rub therewith your fingers, pocheis fourfold kidneys, and rizimio breasts, you see them in shade! The slave it 's true, lipo cabotage Munich, soul n' blood has ...

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

And the old man with apidromo as pallikari run, and grabs his sling. Is bile eyes. In the hammer of a sip spa in two pieces and in stafnizei Kafkas. The flap rapidly and tine pops with power. Opens the stone and an angry dog ​​hurting the legs and Cpd else strikes the forehead and lie down doom.

(Θριαμβευτικά γυρίζει προς το μέρος του Μήτρου ο Φωτεινός…)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-see, I am not the psifo, in my old age.

ΜΗΤΡΟΣ

- Father, what a pity!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Peridromos bigheaded not curse the tit that sodoke milk. I feel that schainomai them! Olin this scabies oporchetai every nip time and the country - as it 's a god k'ego' m Lefkaditis - the'd all on me and smothering her.

Και συ, του γέρο Φωτεινού μονάκριβο βλαστάρι, του λύκου τ’ ανυπόταχτου, αγγόνι του Θειοχάρη, π’ άλλη τροφή δεν έλαβες να φας και να χορτάσεις, για να σου βάψει την καρδιά και να ριζοδοντιάσεις, παρά την έχτρα την παλιά πού’ ναι θεμελιωμένη, σκληρή, πατροπαράδοτη, άφθαρτη, στοιχειωμένη, για κάθε ξένην αφεντιά, βαθιά μες στη γενιά μας – εσύ θελέσι, στέκεσαι και βλέπεις τη σπορά μας να την πατούν οι αλλόφυλοι και χάσκεις σα λουρίτης… Ού να χαθείς! Με ντρόπιασες! Δεν είσαι Λευκαδίτης!

ΜΗΤΡΟΣ

-Μη προπαίρνεις άδικα, Πατέρα μου, είναι τόσοι! Περνούν σαν μαύρος σίφουνας … σφιχτά μας έχουν ζώσει. Επιάσαν άλλοι τα ριζά κι άλλοι χτυπούν τη λάκκα, ξεθεμελιώνουν σχιναριές, δεν άφησαν ασφάκα, φωνές και χλιμιτίσματα, αλαλαγμοί και χτύποι… Πάνε του γέρο Δημουλά οι παινεμένοι κήποι, πάνε και φράχτες και λιθιές!

Σα να’ ταν λυσσασμένοι, με τ’ άλογά τους του ριχτού, ορμήσαν μανιωμένοι να φτάσουν ένα δύστυχο, πατέρα, μισολάγι που τό’φεραν κυνηγητά οι σκύλοι από το πλάγι. Λες κ’ είν’ ανεμοστρόβιλος! Εμπρός… εμπρός απ’ όλους έν’ άλογο σιδέρικο σκορπά λιθάρια, σβόλους, και στη χρυσή τη σέλα του βαστά έναν καβαλάρη οπού πετά σαν αιτός και που κρατεί κοντάρι…

Πω πω Πατέρα χαλασμός για μια νεροχελώνα – δεν είναι μεγαλύτερο… Πήρε τον ψυλλιθρώνα, και τόχασαν στο πάτημα… Ολόγυρα αλωνίζουν αμέτρητα λαγωνικά, κι αναποδογυρίζουν τ’ αμπελοφύτια του Χτενά, του Κούρτη τα λινάρια. Πήραν ξελάκου μια κοπή και σφάζουν τα κριάρια οι σκύλοι τους που εμάνιωσαν…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Κι ακόμα δεν τους τρώμε! Το βλέπεις αν είμ’ άδικος όταν τους καταριώμαι.

ΜΗΤΡΟΣ

My -Patera, estamatisan ... Oh misery! They arrived and dogs elavoses! Hunters pick them up and 'Ferrand in ... chief saw us, father ... echoumisan upon us ... Hpa' our cisterns day ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Να μη σαλέψεις από δω, μην ανασάνεις λέξη, να ιδούμε αυτός ο ποταμός ως πόσο θα να τρέξει. Πιάσε τα βόδια μη σκιαχτούν…. Α Μήτρο, χέρι – χέρι… Μόχτα, μωρέ, και πλάκωσαν… Πρόσεχε το Δευτέρη.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Olorthos left the old man blurred in the footing, and awaits the whirlwind that roars' FRONT him. Pure white his head, concentrated, long, beard in liokamena chest fluffy descends as flowery Agrabeli falling from Kotroni, time t 'callous generation of slave pains forehead groove of the "khan katakopsei the sun autumn brown face, etylone vein, the calcined lips, like someone to humiliate, to 'NABE candle of his life overwhelmed Mr.' threw in the heart of youth around anger and old dreams.

Ξένος ζυγός δεν έγειρε του Φωτεινού την πλάτη. Γι αυτόν, για τους συντρόφους του, τα Σταυρωτά κ’ η Ελάτη ήσαν λημέρια απάτητα, εκείθε ροβολούσαν και κάθ’ εχτρό που φύτρωνε, τη νύχτα επελεκούσαν. Το ρέμα του Σαρακηνού, τ’ άγριο Δημοσάρι, χίλιες φορές το χόρτασε με φράγκικο κουφάρι, κ’ ήταν σωρός τα κόκαλα που στην Κουφή Λαγκάδα και στη Νεράιδα ασπρίζανε γυμνά στην πρασινάδα. Μόνος ακόμ’ απόμενε. Τον Γήταυρο, τον Πάλα, τον Διγενή, τον Ρουπακιά, τους έφαγε η κρεμάλα.

Γέροντα, τον ελάτρευε πάντα κρυφά η Λευκάδα, τον είχε πολεμάρχο της, χωρίς να πάρει αχνάδα ξένος κανείς του μυστικού. Κι όταν ο ζευγολάτης μέσα σε κόσμο επρόβαινε, μεριάζαν τα παιδιά της και προσκυνούσαν ξίσκεπα. Τον είχε βασιλιά του φτωχός, πανόρφανος λαός, και τ’ άσπρα τα μαλλιά του στο μέτωπό του ελάμπανε το βαρυπληγωμένο ωσάν κορώνα ατίμητη, σα φλάμπουρο υψωμένο. Πάνω σ’ αυτό το είδωλο, σ’ αυτόν τον ασπρομάλλη, ακράτητη όλ’ η φράγκικη ορμούσε ανεμοζάλη- κ’ εκείνος μένει ασάλευτος, σα βράχος που προσμένει στα στήθια του τα ολόγυμνα τη θάλασσα οργισμένη.

11025153_558937820914763_1355261946287731483_n.jpg
Εικόνα 2 – Τα σύνεργα για το αλώνισμα, δρυμόνι, δικριάνι, καρπολόγι.

(Sounds like the ylakes podovolita of dogs and horses, while the narrator continues.)

Τον έζωσαν τα κύματα, κ’ έβραζε γύρα – γύρα μελανιασμένη, ακράτητη η ανθρώπινη πλημμύρα, σα να’ θε να τον καταπιεί. Απάνου του εχτυπούσαν φοβέρες και περίγελα. Εγρούζανε, αλυχτούσαν οι σκύλοι μες στα πόδια του, και μάτωναν το δόντι εις την σκληρή τη σάρκα του. Και συριγμοί και βρόντοι, σαν να’ βραν αγριογούρουνο που μέσ’ απ’ τη μονιά του δεν ήθελε να πεταχτεί.

Τ’ άχαρο φόρεμά του ρεύει κομμάτια καταγής. Τ’ άλογα χλιμιτούσαν και απάνου στ’ άσπρα του μαλλιά βραστούς αφρούς σκορπούσαν και δέρναν με τη γλώσσα τους το χαλινό στο στόμα, φρυμάζανε κι έσκαφταν του χωραφιού το χώμα.

Έμεν’ ο Γέροντας βουβός. Το φλογερό του μάτι, έγινε μόνο της ψυχής απόκρυφο παλάτι, κ’ εκείθ’αστράφτει όλ΄η φωτιά που καίει τα σωθικά του. Λες κ’ έβλεπες το Γένος του, μ’ όλη τη δυστυχιά του, τη φτώχεια, τα γεράματα, την καταφρόνεσή του, ολόρθο ν’ αντρειεύεται, και με τη δύναμή του τη μαγική, την άμετρη, γυμνό, κατακομένο, να δείχνει πάντ΄ανίκητο το μέτωπο στο Ξένο.

In this sun shone and he septuagenarian!

TZORTZIS

My -Esy petrovolises, paliogere peasant, my two greyhounds?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Only me and not others.

TZORTZIS

-Μίλει μου ταπεινότερα… Λύγισε το κεφάλι, προσκύνα τον αφέντη σου, ξεσκλιάρη, διακονιάρη!…

(Χτυπά με το κοντάρι του ο Τζώρτης τον Φωτεινό στο κεφάλι.)

TZORTZIS

-Και γνώριζες ότ’ ήτανε κείνα σκυλιά δικά μου;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Τα γνώριζα και τά’ διωξα μέσ’από τη σπορά μου.

TZORTZIS

-Πούθε κατάγεσαι μωρέ;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Edothe Sfakisanos.

TZORTZIS

-Κ’ εγώ. Σκουλήκι αγνώριστο , ο Τζώρτζης ο Γρατζιάνος. Αφέντης σου παντοτεινός, τύραγνος, άρχοντάς σου. Αυτό το χώμα που πατώ, οι πέτρες, τα νερά σου, ήμερο κι άγριο κλαρί, τ’ αγέρι σου, η ψυχή σου, τα ζωντανά σου, τα παιδιά, το αίμα σου, η τιμή σου, όλα δικά μου, μάθε το. Βουνού και λόγκου αγρίμι είτ’ έχει τρίχα είτε φτερό, σιχαμερό ψοφίμι, το διαβατάρικο πουλί σ’ εμέ μονάχα ανήκει, κι αξίζει το κεφάλι σου λαγόπουλο ή περδίκι.

Γι αυτό, όθε θέλω θα περνώ, κ’ εγώ και τα σκυλιά μου, τίποτε δεν ορίζετε, κ’ είναι κι αυτή σπορά μου. Κι ούτ’ άλλη τύχη αξίζετε. Γενιά καταραμένη, δειλή, κακογεράματη, στον κόσμο ακόμα μένει για να πομπεύει τ’ όνομα και την κληρονομιά της!…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Αν εξεράθη το κλαρί, πάντα χλωρή είν’ η ρίζα. Και μένει πάντα ζωντανό, ή ρόδι φάγ’ ή βρίζα, αυτό το βόδι το μανό, π’ όσο βαθιά ρουχνίζει τόσο εύκολα μυγιάζεται κι ανεμοστροβιλίζει, και που το κράζουνε λαό. Θα σπάσει το καρίκι και θα προβάλει με φτερά μια μέρα το σκουλήκι. Τότε πουλί το σερπετό, ποιος ξέρει που θα φτάσει!…

TZORTZIS

-Δείξε μου αυτό το λείψανο που θα βρικολακιάσει!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-I ... the poor Phoenicus, the old-timer, I throw my seed here to take it to me. I who knead the soil with the soil and brew another bread. I run and focus the mountain turtle and I do not have oil to burn my candle and I live in the hell.

I laid with my nails upset the logos and rizimia to you perk with vines not tartrate, and never have a little wine kefaliako my tongue to wet. I poor Miller, who live s'aionia dizziness and get profits pleromi, prosfagi the Paspaley. Not define the child, who always live with terror, and you can not find here on earth to judge law.

He, he is the People.

T 'lifeless corpse that' yes Kamatero, the dead ram ... Do not throw another load in the Hermes of the back ...

TZORTZIS

-Συμμάζωξε τη γλώσσα σου τη φιδινή, χωριάτη, μη μου ξανάφτεις τη χολή. Γονάτισε μπροστά μου και ζήτησε συχώρεση για τα λαγωνικά μου…

Δε θες, αντάρτη, δεν ακούς;…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Καλύτερα το βρόχο , παρά τα γόνατα στη γη… Άρα – κατάρα το’ χω… Θα’ φηναν λάκκωμα βαθύ, και θα’ ταν μέγα κρίμα τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.

TZORTZIS

-Now you shall see, lad ... Listen, mate, and non thymoste sorry if this wild serpent ... To plerosei my dogs with the KAMATERO. And boldness polavan five fingers to sfentonisoun according to us, there in cheroulati to be broken with a hammer ... I like it, plowman?

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Και δυό σκιάδες πάραυτα ορμήσανε κι αρπάζουν τα βόδια πούταν στο ζυγό. Δυό άλλοι τον αδράξαν και δέσανε το χέρι του στο φοβερό χερούλι με τη σφεντόνα πό’ βρανε. Ύστερα με τη σκούλη αρχίσαν του κοντόσπαθου αργά να πελεκάνε τ’ αντρειωμένα δάχτυλα, και να περιγελάνε. Όλο τ’ αλέτρι εβάφηκε.

Το μαύρο το παιδί του στο χώμα δίπλα εμούγκριζε, σα να’ βγαινε η ψυχή του. Κ’ εκειός ο γέρο Δράκοντας, χωρίς ούτε ν’ αχνίσει, εκοίταζε το αίμα του που πότιζε σα βρύση τη γη του την ταλαίπωρη, και μέσα στην καρδιά του μεμιάς αστράψαν τα παλιά τ’ ανδραγαθήματά του, και σπιθοβόλησε στο νου χρυσόφτερη ελπίδα, με τη δική του εκδίκηση να σώσει την πατρίδα.

(Αποχωρεί μετά το μαρτύριο του Φωτεινού, ο Τζώρτζης και η συνοδεία του.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Το φραγκολόϊ εσκόρπισε, βουβό και ντροπιασμένο, κι αφήνει εκεί το Φωτεινό στ’ αλέτρι του δεμένο.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

My -Children, dies, died ... How crawling in the dirt? ...

ΜΗΤΡΟΣ

-Patera, wolves fled? ... and live, and still live?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Σίγα και λύσε με απ’ εδώ… Μην κλαις, ήταν γραμμένο.

(The old Light patiently endure pain, What, though, which angers him most is that Georgie hit him in the head proudly.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Metre, do you see it? Nothing remains, neither couple nor sowing. They hang on the flowers, which bear testimony, the claws, the honey, the blood of your father. And in my old age a human hand came to show my hair ...

ΜΗΤΡΟΣ

-Δε θα σβηστούν απ’ την καρδιά, κι αν ζήσω χίλια χρόνια.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Τ’ ορκίζεις μ’ όλην την ψυχή;… Μου τάζεις τη σφεντόνα που βράχηκε στο αίμα μου, να τη φορείς εικόνα και φυλαχτό παντοτινό, για να κρατεί αναμμένο το πάθος μου τ’ ακοίμητο πόχω για κάθε ξένο;…

ΜΗΤΡΟΣ

-The promise ... I swear ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Σου δίνω την ευχή μου δεμένη με την έχτρα μου… Πάμε απ’ εδώ, παιδί μου…

(Together Light Mitros and take the road back to the Contras.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Έριξε ο Μήτρος τ’ ορφανό τ’ αλέτρι του στον ώμο, σα νά’ ταν κούφια καλαμιά, και του χωριού το δρόμο παίρνει με πάτημα ελαφρό και με βαριά τη φρένα. Ακολουθούσε ο Φωτεινός. Με μάτια θερμασμένα κοιτάζει γύρου τα βουνά, και λες που ξεθυμαίνει, θωρώντας την Ελάτη του, η πύρη που τον ψένει.

Πόσο εμεγάλωσε μεμιάς! Περνά με τη βουκέντρα και φαίνεται ψηλότερος ότ’ είναι από τα δέντρα.

NOTE. At the closing of the first chant, we can use the melodious piece of Dionysios Grapas, as quoted above, and more particularly the paragraph referring to ... << How he grew up with a ... >>

ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

Matchmaking AND XESIKOMOS

(The old man Fotinios on the stage with his monk's daughter Thodoula.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Tomen 'even' single one only daughter, the beautiful Thodoula his sweet youngest child. He had shut dekafta, and amesto emoschovola of Logan t 'wildflower. Never similar eye the West not efotise septuagenarian father, nor the breeze of Mayou so much coolness and gentleness never pours into myriofarmakomena guts, as much eskorpouse around the anasasmo of that of the Contras amalagi, proud paidoula.

Με το τραγούδι κάθεται στον αργαλειό κ’ υφαίνει, με το τραγούδι διάζεται, με το τραγούδι φέρνει τη στάμνα στο κεφάλι της με του Φρηά το κρύο, το κρύο τ’ άβρετο νερό. Στο βότανο, στο θέρο, παντού, στο στειρολόγημα, στον τρύγο, στο κοπάδι, όθε περάσει, της καρδιάς τα σύγνεφ’ αποδιώχνει, και βασιλεύει, όπου σταθεί, παρηγοριά και γέλιο. Δροσταλίδα της αυγής, χαρά! Χαρά στα χείλη που θα την πιούν μ’ ένα φιλί! Χνούδι παρθένου κρίνου, χαρά! Χαρά στα δάχτυλα που το μαλάξουν πρώτα!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Ρίξ’ ένα ξύλο στη φωτιά, να πιάσουν δέκα θράκια, να πυρωθούν τα πόδια μου, και ξύλιασαν, Θοδούλα! <<Καλοκαιριά της Παπαντής, μαρτιάτικος χειμώνας>>. Θυμάσαι που σας τόλεγα;…Σαράντα χρόνους πίσω, παρόμοια μ’ ήβρηκε χιονιά. Ήμαστ’ οχτώ συντρόφοι κρυμμένοι μέσα στ’ Άλατρο. Μας πρόδωκ’ ένας γύφτος και μας εκλείσαν άξαφνα τριάντα τόσοι Φράγκοι. Εσκότωσα τον αρχηγό κ’ έχασα τον Χαρίτο που’ τανε πύργος ζωντανός. Με το σπαθί στο χέρι περάσαμ’ οι άλλοι ανέγγιχτοι… Μας πήρανε ξελάκου, εχιόνιζε πυκνά – πυκνά, και τα πατήματά μας εσκέπαζαν εσπλαχνικά τα γνέφη κ’ η μαυρίλα. Φτάνω στα Χαραδιάτικα. Μου τά’ χανε πιασμένα. Περνώ το Γένι κ’ έρχομαι ως κάτω στου Δαισήμου. Ήταν ο τόπος ανοιχτός.

Χωριά να ξανασάνω, εμπρός. Εμπρός στα Σύβοτα. Εκείθε στ’ Αλεχτόρι και μια και στο Λειψόπυργο. Στην Εύγερο ανεβαίνω και παίρνω εκείθε το Σκληρό. Περνώ Μαραντοχώρι, Κοντάραινα και Βουρνικά. Τρώμε ψωμί στο Σύβρο. Είχαμε γίνει δεκοχτώ. Ποιος με κρατούσε τότε. Ανέβηκα στον Αϊ Λιά, κι από το Λαγηνάκι μες στο Νιοχώρι ροβολώ. Οι φράγκοι μεθυσμένοι στου Λογοθέτη πλάγιαζαν.. Κι από τότε, ακόμα, Θοδούλα δεν εξύπνησαν… Τα χιόνια κι ο χειμώνας μου’ ταν παιδί μου σύντροφοι, και τα στοιχειά με τρέμαν. Τώρα που ο λύκος γέρασε τόνε δαγκάν οι σκύλοι… Η δε μ’ ακούς, Θοδούλα μου; Μη ρίχνεις τόσα ξύλα, πίσω είν’ οι μέρες της γριάς…

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Βλέπεις φωτιά, πατέρα; ούτε Χριστουγεννιάτικη! Την πάντρεψες ο ίδιος το βράδυ την παραμονή, την πότισες με λάδι, τη ράντισες κρασί παλιό… Δε λησμονεί τη χάρη, και τώρα που την έκραξες αναγαλιάζει εμπρός σου. Τι ξυλοχάλαση είν’ αυτή! Αν τα’ βρηκ’ η τρωγάδα τ’ άχαρα χελιδόνια μου!… Πατέρα , να σ’ αλλάξω.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Katevase sprouts, Thodoula not moriasoun, and bring a little unsalted. In this section 'agriokairi ethymose my hand and feel that slaughters ... Might be xefengarose? My child will come tonight the old Oriole Chtenas ...

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Απόψε δεν προβαίνουν όχι ο Χτενάς, Πατέρα μου, αλλ’ ούτε οι βρυκολάκοι. Χαρά σ’ εκείνον πού’ ξερε που παραδέρνει ο Μήτρος…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-And for Lambros not ask? ... you hide, Thodoula ...

ΘΟΔΟΥΛΑ

No, dad, do not you say ... Why to embitter? For have you not esoteric, Mr. 'you are my pnematikos.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Not my cholotarazesai ... El 'first allaxeme k' after the syvazome. You will see that lachtarizei for in your old man's heart ... You see with these snows that my wound flogistike? Now learn DT 'is father to death and momma north of the pagra ... Bad POUNTA old age! We have five months with these paliodachtyla! Ever would if it were forgotten three times longer ... motari put at that cave ... Push the finger, Thodoula with my apple tree ... it hurts me ... do not tremble ...

Better than joint to joint to with like crush, despite dishonest wale which mochei accomplished here, Thodoula in hair Frankish thrasimi ... The feel I bumped heavily, as if the Great Mountain and both scorching hot, so deep, my child , eskylapse my flesh, p 'tromasmenos even in my sleep I dream often the Forensic mo' beat my head, and as I see atropeleki always' ready to drop to burn with. I will not melt in the black earth, if not first wash away that my melanoma.

a4.jpg
Image 3 - Chortiotissa reap with the sickle.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Πατέρα, θα το πλύνεις.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-And what do you teach you? ... Where did you hear it? ... Where do you know? ...

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Patera, I'm not 'wild ... Me' pen my heart. Witness your sling ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Do you the Mother do nothing? Nothing and Lambrakis?

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Πατέρα μου, δε μ’ αγαπάς… Τι σκιάζεσαι εδώ μέσα;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Μην κλαίς, Θοδούλα μου, μην κλαίς. Το ξέρεις, στο λαιμό μου κρεμάστηκ’ όλος ο λαός… Αλοίμονο, παιδί μου, αν προδοθεί το μυστικό…

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Patera me, me? ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Όχι αξετίμωτο παιδί. Αν μέμφομαι τον ήλιο που μου ζεσταίνει την ψυχή, τ’ άκακο χελιδόνι που μου γλυκαίνει τη ζωή με το κελάδημά του και πανωθέ μου στει φωλιά, τ’ αγέρι το δροσάτο, Θοδούλα, την εικόνα μου π’ Ανάσταση μου τάζει για το νεκρό το Γένος μου και για το λείψανό μου, μπορώ να μέμφομαι και σε… Μην κλαίς, συμπάθησέ με…

(Μετανοιωμένος ο Φωτεινός για το γεγονός ότι απόκρυψε απ’ την Θοδούλα τα σχέδιά του για ξεσηκωμό κατά των Φράγκων, συνεχίζει…)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Θεέ μου ευτύχισέ την.

Βλέπεις, Θοδούλα, δεν μπορώ, μ’ όση κι αν έχω ζόρη, αυτές τες δυό βροχίδες σου με μιας να χερακώσω. Ξέρεις γιατί παιδάκι μου;

ΘΟΔΟΥΛΑ

My -Patera look like you.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Η σχωρεμένη η μάνα σου (νάχομε την ευχή της) τα πρώτα σόκοψε μαλλιά και τά’ ριξε στο βάτο…

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Στοχάσου τι παράλλαμα που θα’ γινα και σκιάχτρο!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Κι ύστερα με φιδόντυμα σ’ έτριβε αυγή και βράδυ… Σε σταύρωσα, Θοδούλα μου, μ’ αυτό το έρμο χέρι, νάθε κοπεί, καλύτερα…Μη μου το παρασφίγγεις, τ’ ανάλατο με γλύκανε… Ως τότε θα περάσει…

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Ακούς; η Λάμια μου αλυχτά, ζητά κ’ εκείνη δείπνο.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-You, Thodoula, for a while, to tune the bitch ... Do not bother you for bread, a passer passes deep, or feels a wolf broke ... I sit down my ...

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Better kneeling ... commanded ... what of the horizon?

(Ο γερο Φωτεινός μιλά ανοιχτά στην κόρη του για τον μεγάλο ξεσηκωμό κατά των Φράγκων που ετοιμάζει και φοβούμενος μήπως ο ίδιος και ο Μήτρος χαθούν στον ξεσηκωμό αρχίζει να μιλά στην Θοδούλα ποιόν θέλει να παντρευτεί.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Θοδούλα, όταν σωριάζονται τα γνέφη στην Ελάτη κι αντίκρυ αστράφτει ο Ζάλογγος, κ’ ερθεί το χρυσοπούλι, και τα σπουργίτια ανταριαστούν στην κόρνια τους το βράδυ και βιαστικές οι μέλισσες αφήσουν τη βοσκή τους, μακρά δεν είναι η χειμωνιά. Βουνό συγνεφιασμένο είμαι κ’ εγώ Θοδούλα μου, φωλιάζουν στα μαλλιά μου αστροπελέκια φλογερά, και της καρδιάς μου οι χτύποι είναι βροντές απόκρυφες, κ’ ένοιωσες πριν ξεσπάσει, και συ γλυκιά μου μέλισσα, και συ, χρυσό πουλί μου, το σίφουνα που ετοίμασα.

Παιδί μου, η ώρα σφίγγει. Θα σηκωθούμε στ’ άρματα, κ’ εγώ φτωχός και γέρος, θα να πιαστώ με την Φραγκιά. Απόψε θάρθει ο Φλώρος, και τα παιδιά που λείπουνε, ως αύριο θα φτάσουν – θα τάκλεισε άσφαλτα η χιονιά μέσα στο μοναστήρι τ’ Αϊ Νικόλα στην Ιρά. Αυτή η βοή θα φέρει γοργά – γοργά και το σεισμό… Οτ’ είπε ο θεός θα γένει.

Θοδούλα μου είν’ ο πόλεμος του χάρου το μεθύσι.

Προβαίνει τότε ο Θεριστής με το τυφλό δρεπάνι μες στην ανθρώπινη σπορά, κι όσα κ αν δράξει στάχυα, είτε μεστά είτ’ άμεστα, τα κόβει για ν’ αρπάξει διπλό τριπλό το γήμορο που του χρωστάει ο κόσμος. Ποιος ξέρει τι μου μέλλεται, τι μέλλεται του Μήτρου. Θοδούλα, αν μείνεις ορφανή… Μην κλαίς… εσύ παιδί μου, εβύζαξες από μικρή παρόμοιες ιστορίες…

Δε θα σ’ φήσω ξίσκεπη… Θοδούλα ποιόνε θέλεις;…

ΘΟΔΟΥΛΑ

My -Patera, no.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-OT 'I said I would do.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Πατέρα με βαρέθηκες;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-It's great shame unjustly dope now my hysteria.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Patera not upset ... opoione shalt give me.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-I like the ... Mihosh Rizas?

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Tather, can you hear Lamy? Shall I go see what's going on?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Θα ρίξει δυό χαλίκια, αν είν’ ο Φλώρος πόρχεται, σ’ αυτό το παραθύρι. Μη βιάζεσαι, αποκρίσου μου… Θοδούλα μου, μη θέλεις το Φίλη πόχει βιό πολύ και γράμματα και γνώση;

ΘΟΔΟΥΛΑ

-The bitch eating irons! ... but you have no name?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Σκύψε, κρυφά να σου το πω… Θοδούλα μου …το Λάμπρο

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Το Λάμπρο… ναι … πατέρα μου.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-A knife-maker, Florus the wild child, the crustacean, who cut me off a trio of sheep to eat the carcass, who stayed in the log to kill a hare, holding a wolf with her hand out of sight and he wore a waist beyond his belly ... Do you want Lambros?

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Yes ... yes ... my sweet father ... if it's your will.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Οσ’ είν’ τ’ αστέρια τ’ ουρανού και άμμος του πελάγου, τόσες ευχές παιδάκι μου, και τόσες ευλογίες νάχετε του πατέρα σας!… Θα πολεμήσω τώρα χίλιες φορές καλύτερα… Είναι φτωχός ο Λάμπρος κι άλλον δεν έχει θησαυρό παρά τη λεβεντιά του, και την αγάπη του λαού…

My Thodoula should you!

Άκου μια πρώτη λιθαριά… Δε σου’ πα οτ’ είν’ ο Φλώρος; Έχει γερό το κόκαλο και δεν ψηφά τα χιόνια. Ένοιωσες και τη δεύτερη;… Θα πάγω εγώ ν’ ανοίξω, αυτήν την ώρα τα παιδιά δε δείχνονται στη θύρα.

(Ο Φωτεινός μιλά συνθηματκά μέσα από την πόρτα στον Φλώρο Χτενά, ο οποίος του απαντά με το συνθηματικό ΣΦΕΝΤΟΝΑ.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Ποιος είσαι και τι φέρνεις;

ΦΛΩΡΟΣ

-Ο Φλώρος – τη σφεντόνα…

(Ανοίγει η πόρτα και ο Φλώρος πέφτει στην αγκαλιά του Φωτεινού.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Take, opens the door and throws the warlord falls on snowy ruff of the Light nychtopezodromos. Embraced, whitewashed, the two lads tied tightly ancient, ironed love, k 'forward in the glimpse that on them scatters the flaming the torches, they seem to stand like two boulders blocking and thologyrismena ready to hold without stand around black turmoil boiled around them

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Φλώρο, το ξέρεις, έδωκα στο Λάμπρο τη Θοδούλα.

Come on, baby, kiss your second father's man's hand, and take his wish

ΦΛΩΡΟΣ

-Παιδί μου καλορίζικη. Ήταν δική μου μοίρα να ιδώ μες το καλύβι μου να λάμψει τέτοια αχτίδα.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

My -Thodoula your secret joy locked mouth, k 'are your eyes blurred, amid pnimena to tear, Lay us to dine and recline my child.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Είν’ έτοιμα πατέρα μου… Σ’ αφήνω καλή νύχτα.

(Αποσύρεται η Θοδούλα. Οι δυό γέροι πολεμάρχοι συζητούν για τα παλιά τους κατορθώματα και παίρνουν τις μεγάλες αποφάσεις για τον γάμο των παιδιών την Κυριακή του Αϊ Θωμά, αλλά και για την ίδια μέρα ορίζουν τον ξεσηκωμό κατά των Φράγκων. Η Θοδούλα κοιμάται και ο αφηγητής μακαρίζει με ένα νανούρισμα τον τρισευτιχισμένο ύπνο της.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Και πλάγιασε, πρώτη φορά χωρίς να βασιλέψουν τα μάτια της τα φωτεινά στα βάθη του πελάγου που πλημμυρεί γλυκά- γλυκά της νιότης το κρεβάτι και πόχει κύματα κι αφρούς, ονείρατα κ’ ελπίδες. Στα χείλη της τα δροσερά δε φαίνετ’ απλωμένο τ’ ακούραστο χαμόγελο που στόλιζε τη νύχτα τ’ αγγελικού προσώπου της, καθώς μετά τη δύση φωτίζ’ η λάμψη του ηλιού και τ’ ουρανού τον ύπνο.

Αλλά του Μάη το σύγνεφο φεύγει με μιας και σβιέται άμα του ήλιου στα βουνά προβάλλουν οι αχτίδες. Ποια λάμψη τάχα της φτωχής την καταχνιά θα διώξει;… Τ’ ανήσυχα τα μάτια της στυλώνει στην εικόνα που επάνωθέ της κρέμεται, κοιτάζει το καντήλι που τη φωτίζει ακοίμητο, κ’ ευθύς στο μέτωπό της, αστράφτει πάλ’ η ξαστεριά, και κατεβαίνει ο ύπνος στα βλέφαρά της ελαφρός. Τα πικραμένα χείλη στολίζει το χαμόγελο, και σα βυσταρούδι μονάχη ναναρίζεται σιγά με το τραγούδι.

(The narrator continues with the song - lullaby of Thodoulas.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

In descending a gorge aside dawn a thirsty herd and clears a source Len DT 'was enchanted k' had a ghost friend who wanted to shut ut not see 'heaven. Day night there Simas of the covers with twigs leaves in water to wet or birds.

Withered around him refoun flowers and plants, other lips than his own coolness not eglykane. And when he saw in his hand, with nostrils stretch to frymazoun mistress of a thousand terrible monsters to rekazoun rabid, bells ringing, be possessed seek the source swallow, turning restless eye, the fountain to see if asleep in bed, if startled, though vigilant. And she sees in the mirror of water secretly - secretly, to shepherd the psychoklefti, she threw kisses. He exclaimed 'from the back and says: << child crazy not hide me, and civilians from you do not ask.

I have a daughter of this fountain, you love so long, come to silence, your virgin water >>. Then it spreads the malicious element into the depths, its foam gets, gets cracked, gives a boat to the water, and the little boy makes him a blond, blond, lamb, the country illuminated by such a glimpse. The shepherd with one on his back, like a purple king, shines the golden or the lamb. The wild flock is leaving, a thousand trees are flowering, a thousand taps, the snow is drying up. The spells broke! By the side of the king, the lady slammed their side sweetly.

NOTE: As we noted in the introduction, four corners of the lullaby of Thodoulas been set to music, initially, by an unknown folk singer and danced in zipper rate in the villages of Sfakiotes. Exactly the same rhythm set to music on the CD MUSIC SERGIANI Lefkada. Also the lullaby of Thodoulas and set to music from the aforementioned Lefkaditis conductor Dionysis Grapsa. In case it can be used as a setting to music of the director's choice to end with the Second soundtrack song.

ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟ

Τ’ ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ

(Στο τζάκι καθισμένοι Φωτεινός και Φλώρος, πίνουν κρασί και μιλούν για τα περασμένα…)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Δεν είναι κρίμα δυό στοιχειά, ο Φωτεινός κι ο Φλώρος, που πεταχτά δρασκέλιζαν από το Μέγα Όρος ως την κορφή του Σύκαιρου, κι οπού είχανε σεντόνι τη νύχτα το δροσόπαγο, προσκέφαλο το χιόνι, π’ άλλη δεν γνώρισαν στρωμνή παρά χλωρά γρυπάρια, ούτ’ άλλη έλαβαν σκεπαστή πάρ’ άγρια πρινάρια, τώρα να λεν για πόλεμο και να μιλούν για νίκη στρωμένοι επάνω στην γωνιά, των Σφακιωτών οι λύκοι.

Γεράματα! Γεράματα! Ποια θέληση, ποιο χέρι μες τη λαμπάδα της ζωής φυτεύει τ’ αγιοκέρι; Και ποια ποτέ ζευγάρωσεν αγνώριστη θεότης κρυφά το νεκρολίβανο με τον ανθό της νιότης; Γιατί τα πρώτα σπάργανα, που προφυλάν τη φύτρα, γιατί νάναι και σάβανα; Μνήμα γιατί’ ν η μήτρα;…Αυτός ο άφαντος τροχός, τ’ ακοίμητο ανεμίδι, να’ ναι βαθύ μυστήριο ή τυχερό παιγνίδι;…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Price, Floro, still. With this crap, the dead would be upset if they drank piece. Well, let's take a finger ... We hit it ... In our health, and be our poor children.

ΦΛΩΡΟΣ

-Αμήν… Ο θεός κι ο λόγος σου… Που τόχες κλειδωμένο παρόμοιο εφτάψυχο θεριό; Για ιδές, το ευλογημένο, αναφτεριάζει στο γυαλί… Μα την ιεροσύνη και τη χρυσή του κοινωνιά, το πίνω και με πίνει.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Μάντεψε την πατρίδα του.

ΦΛΩΡΟΣ

-Οι Κεχρινές κ’ η Δάφνη, έχει πατέρα πατρινό και μάνα μαυροδάφνη.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Αλήθεια… δεν … ελάθεψες… έχεις ψιλή τη μύτη κι αμπελουργό στο στόμα σου σοφόν το σταφυλίτη. Με τη Θοδούλα σύγχρονο, το’ χα, Χτενά μου, τάμα στο γάμο της ν’ ανοίξομε το μυστικό μου ανάμα. Τ’ αμπέλια που μελέτησες είναι προικιό δικό της. Και το χωράφι στην Καλή, οπούναι μητρικό της, και το λαχίδι στου Ζαχιά, και τ’ άλλο στο Σπαθάρι, κ’ εξήντα γιδοπρόβατα, και το’ να το ζευγάρι από τα δυό που εγκαίνιασα, και τρείς ελιές στο Φάσο, κι όσο θελήσει κινητό, κι ότ’ άλλο ως τότε μάσω, και την καρδιά μου ολάκερη…

ΦΛΩΡΟΣ

-Φτάνει δα τώρα, φτάνει! Και ξεζορκιάστηκες με μιας… Δεν την κρατείς τη στάνη μη τήνε θέλει ο Μήτρος σου;… Έχομε… δε μας μέλει…

FOTENOS

-Ότι θελήσω, Φλώρο, εγώ, κι ο Μήτρος μου το θέλει.

ΦΛΩΡΟΣ

-And when the coronation?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Gligora ... in a month Sunday t 'St. Thomas ... If missing those you know' t antariasmata, will let the winter generally the crowning, and now the engagement ... my 'yes heavy, very heavy, one hour you to other - and when you ruminate, scallops, I get dizziness - leave proximal this light, and in my old age adrosisti and unlighted to wither my heart. But you zisom 'over there? ... T-breeze that will shake the tree, Floros, the branches, do not know to count how many fruits will repsoune ...

img776.jpg
Εικόνα 4 – Κορίτσια στον Φρυά των Σφακιωτών, πάνε στα Καρφώματα των προικιών με τις κοφοπούλες στολισμένες.

ΦΛΩΡΟΣ

-the Death is Thy worry! The sheep does not awaits blade than cure. If you are righteous God, will not abandon us ... Give me to drink a katapsa ... Forward ... and let overwhelm ... To live our children, to "Hunan good luck, and do not see it, bright, vlapsimo in a claw!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-And not they see vlapsimo, and 'contain a good fate, when nee melted when our earth sterile eat, get enough remains to throw up rottenness. Cast your eye around! Blindness everywhere blackness. Servants our fathers have died, children are born slaves, worms that were tried, buried in the cocoon, never idoun wings ...

Ποιος θα’ βρει τ’ αντικλείδι ν’ ανοίξει το κιβούρι μας;… Σπορά με σιναπίδι και με σκαθάρι κλήματα, κι ανθρώποι που δουλεύουν κ’ έχουν το ρόζο του ζυγού, ποτέ δεν προστελεύουν… Αυτή θα να’ ν η μοίρα τους, Χτενά, μην παιδιαρίζεις, μη θέλεις με γλυκόλογα να με καλοκαρδίζεις.

ΦΛΩΡΟΣ

-Εγώ δεν είμαι σαν εσέ. Και μη ο θεός το δώσει αυτό το μοιρολόγι σου ποτέ να φαρμακώσει ή των παιδιών μας τη χαρά, ή την παλιά μας πίστη. Μες στην καρδιά μου, Φωτεινέ, το νοιώθω, δεν εσβήστη το φως που μ’ άναψες εσύ, κι όσο καιρό κι αν ζήσω, την πρώτη σου την διδαχή δε θα την λησμονήσω. Μόλεγες τότε, Φωτεινέ, να ρθώ κ’ εγώ μαζί σου ν’ ακολουθήσω στα βουνά την τύχη τη δική σου, και μ’ έφερες και μ’ όρκισες εις την Φανερωμένη, να μην αφήσω τ’ άρματα ωσότου θ’ απομένει Φράγκος σ’ αυτά τα χώματα. Τότε κ’ εγώ σκιασμένος σού’ πα: πως είναι δυνατό να ξεσπερμέψει ο Ξένος, που φύτρωνε σαν κύπερη και σαν την αγριάδα κι απ’ άκρη σ’ άκρη αβρύαζε κ’ έπνιγε την Ελλάδα, μ’ αυτά τα δέκα δάχτυλα και δυό παλιολεπίδια;

Και συ μ’ απηλογήθηκες, μ’ αγριεμένα φρύδια και μ’ οργισμένη τη φωνή: << Ποιος άξος πεζοδρόμος εδείλιασε πριν κινηθεί, Χτενά; Ποιος οργοτόμος στο θέρισμα λογάριασε τα στάχυα που θα κόψει;>> Κ’ εγώ βουβάθηκα ο φτωχός… Πως τώρα δεν πιστεύεις πως θα’ ρθει και ξημέρωμα; Γιατί με μαρτυρεύεις; Ποιος πόνος να σε μούδιασε την ώρα, την ημέρα, που πλάκωσ’ η εκδίκηση;…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Ο πόνος του πατέρα. Μου’ τανε τότ’ αγνώριστος, και τώρ’ αυτό το δώρο που μόφερ΄η Θοδούλα μου, τώρα το νοιώθω, Φλώρο, οπού μου ζώνει την καρδιά, και που ζευγαρωμένο μ’ εκείνο τ’ άλλο το στοιχειό, την έχθρα για τον ξένο, μου σκοταδιάζει κάποτε, Χτενά, το λογισμό και βλέπω μαύρα τ’ άστρα μου, θολόν τον ουρανό. Αλλ’ είμαι εκείνος πού’ μουνα! Ωσότου να γεννήσω μικρό κυπαρισσόμηλο μεγάλο κυπαρίσσι, και το φυτό γένει δεντρί και το δεντρί κατάρτι που να κρατεί το σίφουνα, Χτενά σε κάθε ξάρτι, πολλές θα λιώσουν γενεές. Το ξέρω και πιστεύω ότ’ άλλοι θα’ ρθουν να χαρούν το σπόρο που φυτεύω.

Το νυχτοπούλι κυνηγά και κλέφτει και σκοτώνει όταν η νύχτα είναι βαθιά… ο ήλιος το θαμπώνει. Αν πάλ’ αστράψει η ανατολή και φέξει πάλ’ η μέρα, θα να φανούν κ’ οι αητοί… Τον πόνο του πατέρα, βλέπεις, Χτενά, τον έπνιξα… Βάλε να πιούμ’ ακόμα…Κι αυτό το κεροπάτι μας αν βγαίνει από το χώμα, γιατί κι από το μνήμα μας να μη μοσχοβολήσει κάποτε ένα μνημόσυνο που να μας αναστήσει; Εμπρός, κι ας γίνει θάλασσα! Κάτω το Φραγκολόγι…

ΦΛΩΡΟΣ

-Americ ... and their heads to see the humor of your facade clinging to every clown and clone!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Αμήν…από το στόμα σου και στου θεού το θρόνο! Κ’ εκείθε πίσω τι καλά; Σε δέχτηκαν οι φίλοι, καθώς το συνηθίζανε, με την καρδιά στα χείλη; Πως άκουσαν το σταύρωμα που για’ να μισολάγι μου εκάμαν στο χωράφι μου αυτοί οι χριστιανοφάγοι, και τη χτυπιά που μόδωκαν, κι αυτό το έρμο χέρι π’ όταν εκράτει το σπαθί επέτα σαν ξεφτέρι κ’ έμεινε τώρα κούρβουλο; Με τι ψυχή εδεχτήκαν την προσβολή που μόγινε; Θα ρθούν, ή μας αφήκαν μόνους σ’ αυτόν τον κίνδυνο; Τα μπροστινά χωριά, σα να’ χαν όλα ένα κορμί και μόνη μια καρδιά, βράζουν ετοιμοπόλεμα. Θα στείλουν τετρακόσους.

Και Σφακισάνους διαλεχτούς θα να’ χομ’ άλλους τόσους. Ήρθαν και με χαιρέτησαν οι προεστοί κι οι νέοι, όλ’ έχουνε μια βούληση, όλους μια φλόγα καίει, να φύγει ο Ξένος απ’ εδώ. Πες μου Χτενά, εκεί πίσω επόνεσαν λίγο για μέ; Τι δύναμαι να ελπίσω;

ΦΛΩΡΟΣ

-That ask, bright, and each lad, all across the yoke him, stretched the bow, and another does not dream than to the old warlord commanded the Simao to fly ... If you want a thousand, come ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-To shall see now, Floros, what tha'chome response and by Nikiforos. Alia from keinone, combs, that the circumstance of assistants' than other calls even from his power! Poor, small, thin, like insulated astachy who hit winds, I am searching Trop 'civilians to catch with a tyrant p' Countless 'other dogs rage around him, the Elders' antistyli, even if it 's one dead, let it' xeneomenos. Will the chalasome, comb. The Crucified wants, wants and our right.

But the next day how will we find monks, children without a father? Nikephorou the sword can cover us, he is a child of a lover, and the mother is lying in his tired body, Palaiologina, the king's center, and not eating it like hunger like the windscreen winds we want to squeeze the envelope, and they hold their mouths, for their bad fate, wide, deep and lean like the bumper.

Ας φύγει εδώθ’ η φράγκικη κατελωμένη λίμα, κι αν είν’ γραμμένο να χαθώ, καλύτερα το κύμα, παρά θολή νεροσυρμή, Χτενά μου, να με πνίξει, καλύτερα ένας δράκοντας με μιας να με ρουφήξει παρά το δόντι της οχιάς τη φλέβα μου να σχίζει και θάνατο κάθε στιγμή σκληρά να με ποτίζει.

ΦΛΩΡΟΣ

-Το παραδέχομαι κ’ εγώ… Κι αν όμως μετανοιώσει; (O Nικηφόρος)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Tote, my comb monks, and will strengthen our p That all may, with the apalami tilts the plane tree on earth k 'raises the pole. Tonight will 'RTHOUN children. Will he comes, no bugs, waits in Livatho, ivran without the other, and they will tell us our fate. PG-weather crash down, so they grow big n 'soul.

Για τούτο τώρα μόνοι τα βρόχι’ ας πλέξουμε, Χτενά, που εδώ στα πλάγια επάνω αβόλετα θα πιάσουνε το Τζώρτζη το Γρατζιάνο. Μην πίνεις άλλο… προσοχή, κ’ έχομε τώρ’ ανάγκη απ’ όλα μας τα λογικά. Αλαφιασμέν’ οι Φράγκοι παραμονεύουνε κρυφά το κάθε πάτημά μας σα νάξεραν τι κεραυνοί βροντούν μες στην καρδιά μας. Ή μας επρόδωκαν, Χτενά, ή θα τους τρώει το αίμα, και πρέπει να ταχύνομε. Κρέμεται σ’ ένα γνέμα όλ’ η ζωή κ’ η τύχη μας, κ’ εγώ δε θέλ’ ο Ξένος να μου χτυπά τα βύσαλα… δεν είμαι μαθημένος.

Ο Τζώρτζης δυναμώνεται, κ’ είναι, Χτενά μου, αλήθεια ότι του τάζει φανερά κι ο Μοίραρχος βοήθεια. Δουλεύουν στην Επισκοπή, τη ζώνουν με χαντάκι, κ’ έστειλ’ εκεί τ’ αδέρφι του προχτές, το Νικολάκη, οπού’ ρθε τώρα σύντομα και τόφερε και πλούτη με ξένη δύναμη πολλή, και μ’ έναν Αρναούτη χριστιανομάχο φοβερόν και πρώτο παλικάρι

ΦΛΩΡΟΣ

-And the pouthe them learn?

img778.jpg
Picture 5 - In the loom for the dowry ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Τά’ μαθ’ απ’ έναν φλάρη που βγαίνει τάχα διακονιά και που τον τρώγ’ η ζήλια, γιατί, του μαύρου, τόταξαν λαγούς με πετραχήλια, τον μέθυσαν μ’ υπόσχεσες και για το δεσποτάτο, κ’ έπειτα τον εγέλασαν. Είναι σκυλί μονάτο, ελύσσαξε για εκδίκηση και δε θα ησυχάσει αν πρώτα τον ψωράρχοντα του τόπου δε δαγκάσει. Κι ορκίζεται κ’ υπόσχεται, αν έρθ’ εκείν’ η μέρα, να πει ότ’ εγεννήθηκε μονάχ’ απ’ τον Πατέρα το Πνεύμα τ΄ Άγιο, Χτενά, ο πάπας ότι σφάλει κι ότ’ είν’ ο πατριάρχης μας ψηλότερο κεφάλι…

ΦΛΩΡΟΣ

-Μη μας προδίνει, Φωτεινέ;

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Δεν του πωλώ, γοράζω, και δε λαθεύομαι εύκολα όταν στυλά κοιτάζω. Από του πάτερ Σίλβεστρου τ’ αγιασμένο στόμα έμαθα κι άλλες είδησες, έμαθα, Φλώρο, ακόμα οτ’ όσοι στην Επισκοπή βρίσκονται αποκλεισμένοι βαρέθηκαν τη μοίρα τους, κ’ είν’ αποφασισμένοι, για να μας κλέψουν πρόβατα, γυναίκες κι ότι λάχει, να φέρουν γύρω τα χωριά, να μην αφήσουν ράχη. Ντρέπονται, λέν οι άτιμοι, να βλέπουν σ’ ένα ζάρκο με τ’ άγριο το λιοντάρι του κλειστόν τον Αϊ Μάρκο.

ΦΛΩΡΟΣ

-Δυστυχισμένοι! Νάχανε πατέρα, αδέρφι, μάνα να τους μοιρολογούσανε! Η γη μου η Σφακισάνα, πού’ ναι κυρά φιλόξενη τον κόρφο της θ’ ανοίξει και με το αίμα τους σφιχτά τη σάρκα τους θα σμίξει!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Το χιόνι αυτό μας έσωσε! Και τώρα, οσότου λιώσει, θα’ ρθεί Μεγαλοβδόμαδο, το Πάσχα θα πλακώσει. Θα βγούν μόνον απόλαμπρα, και τότ’ έρχεται πρώτη η Κυριακή του Αϊ Θωμά… Αχ νιότη! Πού’ σαι, νιότη! Δε θα να πρόσμενα ως εκεί!… Τη μέρα αυτή του γάμου θα μας χτυπήσουν άφευχτα, καρτέρει τους, Χτενά μου. Κι αν δεν το βάλουν κατά νου, ο Χάρος να με πάρει αν δεν τους σπρώξει επάνω μας το δάχτυλο του φλάρη. Δύσκολο το’ χω, αδύνατο, τόσ’ άνθη εκεί να νιώσουν, τριγύρω στη Θοδούλα μου, κι αυτοί να μην απλώσουν!

ΦΛΩΡΟΣ

-Katalavaino, bright!

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Υπομονή, μην τρέχεις… Εμπρός τους τότε θα’ μ’ εγώ, και συ, Χτενά, θα ν’ έχεις τρακόσους φίλους διαλεχτούς κρυφά στο Σπανοχώρι. Θα πολεμήσω δυνατά, και μ’όλη μου τη ζόρη δεξά προς το Βαθύλακκο, Χτενά, θα προσπαθήσω, με τη βοήθεια του Χριστού, να τους ποδοκυλήσω. Κι αν επιτύχω μόνος μου, χωρίς ν’ αργοπορήσεις, τρεχάτα την Επισκοπή να πας να μου χτυπήσεις. Αν, πάλε, ιδείς πως δεν μπορώ να τους καταχερίσω, ροβόλα πάνω στα σκυλιά, πελέκα τα από πίσω. Κι αφού τους αναπάψομε, ανταμωμένοι πάμε κι αρπάζομε τον πύργο τους…

(Between the two warlords started to go around whether Franks of Gratian would choose to come with them into open conflict. While awaiting the return of Lambros and mother, who went to Kefalonia to seek the help of Nikiforos in their uprising against the Franks.)

ΦΛΩΡΟΣ

-This miracle cameos, Kira Faneromeni me, in particular my face, and let the poor plerosei my paliokefalo! But if you - tell me bright - Franks does not want Sunday of St. Thomas come out to hit us?

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Θα μείν’ η νύφη στο βουνό, και πάνω τους θα πέσω μ’ όση κι αν έχω δύναμη, Χτενά, να τους βαρέσω… Απόψε αν έρθουν τα παιδιά, όσο μπορείς ενώρο στον πίσω πάλε το ζυγό να τρέξεις πρέπει, Φλώρο, στο γάμο τους συντρόφους μας να τους καλέσεις όλους. Και πές τους, τόσοι πού’ μαστε, με τρόχαλους και βόλους μπορούμε να τους θάψομε. Να μη με παρατήσουν, και ΄να’ ρθουν την πατρίδα τους και μένα να τιμήσουν…

Πάρε το Λάμπρο σου μαζί. Να μείνει εδώ δεν πρέπει, αφού τη θυγατέρα μου δε δύναται να βλέπει όπως την έβλεπε προτού. Το μάτι του θα πέφτει καθώς το φύσημα τ’ αχνού σ’ εκείνον τον καθρέφτη, και θα θολών’ η ξαστεριά τ’ ανέφελ’ ουρανού μου, η παρθενιά του κρίνου μου, το φως τ’ Αυγερινού μου… Στα δώθε, Φλώρο, τα χωριά το Μήτρο μου θα στείλω το κάλεσμα τ’ Αϊ Θωμά να πει σε κάθε φίλο.

ΦΛΩΡΟΣ

-All well perikala. And if else will not say even likeable once two fingers to drink ... Welcome to find you, bright! ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Χτενά μου, στην υγειά μας! Σιγά μην την ξυπνήσομε… Να ζήσουν τα παιδιά μας!

Αποκαμωμένοι και οι δυό τους απ’ την ολονύχτια κουβέντα θα πέσουν το χάραμα να κοιμηθούν.

ΦΛΩΡΟΣ

-Βαθιά κοιμάται πάντα ο νιός, γιατί δεν τον τρομάζει του τάφου ο ύπνος ο στερνός που κάθε γέρο σκιάζει…

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-acetic me, my ... Floros spoken t '... coop lie up in the corner ... Like a fairytale kazont me' you will lay, k 'it' quiet my heart after t 'decided ... Sweets in my eyelids feel the hand of the blind ... Have a nice night, Floros!

ΦΛΩΡΟΣ

- Good morning, brother! ... Come on! ... give me the gift of that famous thing that you told me Arnaoutis to fall to Vathylakko with him long-term? ...

(Οι πολεμάρχοι κοιμούνται και ο αφηγητής…)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Εκοιμηθήκαν ξέγνοιαστοι, καθώς και στ’ ακρογιάλι όταν περάσει ο σίφουνας και φύγ’ η ανεμοζάλη κοιμώνται και τα κύματα, ξεθυμασμένοι λύκοι αυτοί μέσα στην κάπα τους, κ’ εκείνα μες στα φύκη. Ανάμεσό τους έλαμπε, στενά συδαυλισμένη, η ολοζώνταν’ η φωτιά, σα μάνα αγαπημένη οπού θωρεί περήφανη να στέκουν στα πλευρά της ωσάν κι αυτή αδάμαστα τ’ ανήμερα παιδιά της. Στ’ αυλακωμένα μέτωπα ξαπλώνεται και λάμπει η πύρη, δεύτερη ψυχή, κ’ οι χέρσοι εκείνοι κάμποι τη μυστική της δύναμη κρυφά, σιγά, ροφούσαν και χίλια μαύρα ονείρατα στον ύπνο τους γεννούσαν.

Στην πέραν άκρη του σπιτιού, μια κόρη φωτισμένη με την αχτίδα τη χλωμή π’ από καντήλι βγαίνει σαν από γλυκοχάραμα, κι ολόγυρά της χύνει ελπίδες χρυσοφτέρουγες, γλυκάδα, και γαλήνη, κ΄εδώ, χολές που βράζουνε και πόλεμος και πάθη στου ύπνου τους τ’ αμέτρητα, τα σκοτεινά τα βάθη. Κ΄εχώριζ’άβυσσος πλατιά τα κοιμισμένα μάτια, ενώ μια μόνη πιθαμή χωρίζει τα κρεβάτια!

Ekatakathis 'the north wind, and t' late snow in the south caught fast - rapidly melting, and each nerosyrmi every poor valley, with waters that flood, roars in the dark. They became marshes mountains, ridges epontiasan, pelagosan the fields, everywhere popped sources - but Lefkaditopoula not keep rivers ...

Αυτιάστηκε πατήματα κι αλύχτησεν η Λάμια…

(Χτυπά η πόρτα, πετιούνται πάνω Φωτεινός και Φλώρος. Γυρίσανε απ’ την Κεφαλλονιά ο Λάμπρος και ο Μήτρος.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Lampro, have seen him? ... We accept? ... that remains? ...

BRILLIANT

-S'enane month 'n' here ... In ivrame Sami.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Well subjects him we have t 'St. Thomas in marriage? A thousand times better! They should see how they fight those who do not want the yoke of foreigners to Vasto.

(Έκπληκτος ο Λάμπρος…)

BRILLIANT

-In whom marriage t 'St. Thomas? ...

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Παντρεύω τη Θοδούλα…

BRILLIANT

-Τη Θοδούλα; …

ΦΛΩΡΟΣ

-Σκύψε, φίλησε το χέρι που σου δίνει παντοτινή σου σύντροφο την Άνοιξη, να χύνει ολόγυρά σου μυρωδιές, παρηγοριά, δροσούλα… Σκύψε, παιδί μου, φίλησε… Δική σου είν’ η Θοδούλα.

(Σκύβει ο Λάμπρος συγκνημένος και φιλά το χέρι του Φωτεινού και κατόπιν αγκαλιάζεται με τον Μήτρο…)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Φτάνει, παιδιά μου, φτάνει… Μες στη φτωχή καρδιά μου δε δύναμαι να κλείσω δυό τόσο ανέλπιστες χαρές χωρίς να την ξεσκίσω, το ξόδι της Φραγκολογιάς και τη χαρά του γάμου… Σιγά μην την ξυπνήσομε… Δεν πρέπει εδώ παιδιά μου, να σας εβρεί το χάραμα. Έχει χιλιάδες μάτια ο ήλιος ο αδιάντροπος και τρέχει μονοπάτια π’ άλλος κανείς δεν έτρεξε…

Σύ, Μήτρο, θα κινήσεις όλα τα δώθε τα χωριά να πας να χαιρετίσεις, κ’ έναν προς έναν φίλο μας θα βρείς και θα καλέσεις να’ ρθεί στα στεφανώματα. Και πρόσεξε να δέσεις μ’ όρκους φριχτούς το τάμα τους… Πάρε και σύ, Χτενά μου, το Λάμπρο, και ξεκίνησε. Θ’ αναπαυτεί η καρδιά μου όταν ξεκόψετε απ’ εδώ… Ακούς και τ’ άλλο ορνίθι;…

ΦΛΩΡΟΣ

-Τ’ ακούω και φεύγω, Φωτεινέ… Με κούφιο κολοκύθι κακά θα βγούμε ανεβατά… Εμπρός, το κεροπάτι, και τότε ξημερώνομε, σου τάζω την Ελάτη.

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΚΗ

<<ΦΩΤΕΙΝΟΣ>>

ΑΣΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ

THEO.jpg
Εικόνα 6 – Ο δημιουργός του τετάρτου άσματος, Θεόδωρος Γεωργάκης.

THE WEDDING AND THE DISTANCE

(Στη σκηνή Φωτεινός, Φλώρος, Λάμπρος και Μήτρος. Σε συνέχεια των τελευταίων λόγων του Φλώρου <<κακά θα βγούμε ανεβατά>>, που είναι και προφητικά, αλλά και λιγοψυχικά, ο Φλώρος, ανοίγει την… κουβέντα.)

ΦΛΩΡΟΣ

-We will spend our time, Foley, the marriage and the uproar want to be alive, and my sparrow farmers, with a roasted homemade, from the greedy hand, at the bottom you will not find the rest, Gratian has robbed it, a thousand hundreds wore the Soratz sailors, to be strong, rebellious, in the battles they would give to Thopia and Despot.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Φλώρο Χτενά, εκιότεψες! Τούτος ο γάμος θα γενεί, τον θέλουν τα παιδιά μας, μαζί του κι ο ξεσηκωμός, δεύτερος γάμος, Λαϊκός, τους ξένους για να διώξουμε που μας τρυγούν τη χώρα. Θάρθουν κανίσκια στη σειρά με όλα τα καλούδια, οι κόφες θάναι ξέχειλες, κρέατα και κουλούρια, τμάτσια και νιόκους ζυμωτά κι ολόχρυσα σπαέτα. Εμάθαμε χρόνους μακρούς το γάμο να συντρέχουμε εμείς οι Σφακισάνοι, ανασασμό να δίνουμε σ’ όποιον πατέρα ευλογά το νιόφωτο να στήσει, πέρα να πάει τη γενιά, παιδόπουλα να τρέχουνε σ’ αυλές και σε χαγιάτια, να δρασκελάνε τις βραγιές, να ζεύουν τα δαμάλια, να σπαρταράν οι κορασιές στη στράτα σα διαβαίνουν. Νιότη διαβαίνει ολόλαμπρη, με μπράτσα σαραντάπηχα το βιός της να ορίζει, χωρίς σκυφτό τον τράχηλο, χωρίς τους αφεντάδες.

Χειμάρρωσε, Φλώρο Χτενά, και τύλωσε το πνέμα, μην καρτεράμε μόνες τους νάρθουν οι άσπρες μέρες, αν δεν τις σημαδεύουμε, μόνες ποτέ δε θάρθουν.

ΦΛΩΡΟΣ

-Ότι προστάξεις, Φωτεινέ. Χρόνια μαζί, συντρόφοι, μαζί εσκλημιδεύαμε στης Αρκολιάς τις λάκκες, σαν παιδαρούδια τρυφερά, στην ίδια πνιάτα φάγαμε λάχανα και κορφούγκια, μαζί εξεπαστρεύαμε τ΄αγρίμια και τον λύκο, όταν ετούτος όρμαγε από το Μέγα Όρος και χύμαγε στα πρόβατα. Έπειτα, σα μεστώσαμε, στήσαμε το καρτέρι και με ατζάρδο φοβερό τους φορατζήδες πιάσαμε μες στον Καταποτήρα, που ο Ορσίνι έστειλε το ξάϊ να εισπράξουν, σαν τις κορνάκλες που ορμούν κάθετα στο ψοφίμι. Και σα μια μέρα ο Ανδηγαυός άδραξε τα ηνία, νεόκοποι μπαντίδοι εμείς μ’ αλέστα άσπρα άλογα, τους φόρους αρνηθήκαμε, τους Σφακισάνους πήραμε λεφούσι οργισμένο και στήσαμε τα στήθη μας κόντρα στο Φραγκολόϊ, που τώρα στα γεράματα ξανά θα μετρηθούμε, ετούτα δω τα χώματα ποιος θα τα διαγουμίζει. Μαζί εμεγαλώσαμε, με κόπο τα παιδιά μας, σπέρνοντας δυό και τρείς φορές φακή, αγριοκόκι, κορκάλι και γεννήματα στην Ποταμιά, στο Φάσο, ως κάτω στην Αγράμπελη, στην Άγια Κατερίνη.

Ότι προστάξεις, Φωτεινέ, μα πρέπει να βιαστούμε. Παραμονή Λαζάρου! Σιμά, κοντά μας έφτασε του Αϊ Θωμά η μέρα.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Έλα Θοδούλα, σίμωσε, κι ο Λάμπρος, κι ο Μήτρος. Το καλαμάρι δίπλα σου, Λάμπρο μου παλικάρι, στα χέρια σου τα στιβαρά τη λάπη κράτησέ την, βλέπεις εγώ δεν το μπορώ, μαράγκιασαν τα δάχτυλα, τόσες αγκούσες μού’σπειρε αυτό τ’ αγρίμι ο Γρατιανός στα ροζασμένα χέρια.

Στο λιγατόχαρτο να δείς όσα ο γέρο Φωτεινός μερίδια σας δωρίζει, και όσα η κακορίζικη στον αργαλειό μητέρα έφτιαξε για την κόρη της, την όμορφη Θοδούλα, όλα στον γήκο ήτανε με θρούμπα και λεβάντα, σκόρος ποτέ να μην τα βρεί, άθιχτα, ατσαλάκωτα να πέσουνε στον κόμπο, να δούνε οι γειτόνισσες τη χρυσοχέρα μάνα.

Άγια Τριάδα, αφέντισα κι Αρχάγγελοι μαρτύροι, ο γάμος όπου στήνεται νάναι τρανό γιοφύρι, δυό σώματα λεβέντικα να σμίξει, να σμιρδέψει, να γίνουν λιονταρόψυχα τα σερνικά τους τα παιδιά κι όμορφες θυγατέρες.

Image 7 - 1956 in the Marriage Englouvi Lefkada. Front of the child with vantiera set up wreaths.

Image 7 - 1956 in the Marriage Englouvi Lefkada. Front of the child with vantiera set up wreaths.

Γράψε πρώτα τα χτήματα.

Τ’ αμπέλι εκεί στις Κεχρινές, πόχει το κλίμα βαρτζαμί, κρασί ευλογημένο, και το σμπιράτο ραζακί την τάβλα να γλυκαίνει, σα θα προβαίνει κέρινος γλυκός ο πρωτολάτης. Λαχίδι εκεί στη Λίζαινα, με το τρεχούμενο νερό, τις απλωσιές του ζευγαριού και το βαρύ το χώμα, χώρους να έχει για βραγιές, για όλα τα μποστάνια, όσα στηρίζουν φαμελιές, κι αφράτα αιματώνουν τα μάγουλα των κοριτσιών, των αγοριών τα μπράτσα.

Και τις ελιές στου Καλαβρού, κλαρί εκατό κιλώνε, με το ψηφί της σκατζολιάς, πληθώρα να λαδίζει, εφτά καρτούτσα το κιλό κι ένα καρτεζίνι, μα πιότερο απ’ όλα της είναι και γρανιτένια, στο βράχο να ριζοβολά, να μη φοβάται πάγρα, πόχει το λάδι της πρικό, μα γίγαντες μεστώνει, ματώζα τα παιδόπουλα τα χτίζει, τα πυργώνει. Και στην Πλωρή, ν’ ακουρμαστείς, πίσω απ’ τα Κοντράτα, σου δίνω δυό τσοπόρια, νάχεις να σπέρνεις τη φακή, τα μπίζα, τα ρεβύθια, που θέλουν χώμ’ αμμουδερό, εύκολα να στραγγίζει, απ΄του χειμώνα τα νερά, να μη λομποκρατάει, είναι χωράφια κάλοψα και ούτε που πιεντάνε ασφελαχτό και ψύλιθρα, παλαμωνίδα αγκαθωτή, κι αυτό το άτιμο ψηφί πλατιά φαρδακοκύλα.

Μετά να συνεχίσουμε μ’ όλα τα χοντροσκούτια.

Τέσσερα τα σαγιάσματα, όπ’ είναι καμωμένα από το τράγιο το μαλλί, άγρια και τριχάτα, ωσάν την κάπα του βοσκού, εκεί στις μέρες του χιονιά, σα θα βογγάει το Περγαντί και γρήγορα τα σύννεφα θα φέρνουνε το χιόνι, κι από τα μάτια χάνονται Καρυά, Ρεκατσινάτα, στρωμένα τα σαγιάσματα μπρός στη γωνιά, στο τζάκι, θα φέρνουνε τη ζεστασά, θ’ αρχίζουν παραμύθια.

Five to write, joyfully, are the mantans, made double-faces, flooded with beads, all from the hands of the mother, who were sitting on the loom at night and day at night as if they were all congratulating the voices on her loom, with the lamp, I drive the chaos to throw, the whites in the silence of the night, like magical sounds to those of Penelope. In the days of summer, all of the transits in our yard were being told, the neighbors were coming in, and the hen got up and stepped.

Βελέτζες δύο πλουμιστές, ατάραγες, αφράτες, τις πήγε στη νεροτροβιά με τ’ άλογα ο Μπέλτσος και γένηκαν ολόλαμπρες, χρώμα γαλάζιο άλικο, όμοιο μ’ αυτό της θάλασσας που πάει η Γριά Λαγκάδα, μ’ αλαμανιά και χύνεται στην άκρη στα Πευκούλια. Τρία καβαλοσκούτια, με τέχνημα και ζωγραφιές τις σέλες να στολίζουν, σα θα κινάτε με πομπή όλοι καβαλαραίοι να πάτε στην Ανάληψη, στου Αϊ Γιαννιού του Αργανά και στη Φανερωμένη.

Απλάδια, βλαχοσκούτια, πετσέτες, λινοσέντονα, κολτρίνες και ντεμέλες, εφτά μεσάλια ολόασπρα ζωσμένα με τις σπάθες, δυό παγερίτσα ολόγιομα με τα ξασμένα τα μαλλιά και δυό κοντέσια της γριάς, που τα φορούν οι προγιαστές στα μάνη του χειμώνα. Και τούτα που τα ξέχασα, δύο ζωνάρια μάλλινα τη μέση να κρατάνε, όταν θα ξεχωνιάζεται για νιό αμπελοφύτι. Κι ακόμα λιανοπράματα, πέντε ζευγάρια γκέτες, στα πόδια αητοφτέρουγα στη Λευκαδίτικη στολή, που πέτουνε τη λεβεντιά μέχρι τ’ ακροουράνια. Και δυό βαντάκες σώρουχα για το γαμπρό και νύφη.

Έπειτα τα χαλκώματα, τ’ αγγειά του σπιτικού σας, η αψηλή η τσέτζερη και το βαθύ μπακράτσι, ρηχά ταψιά κι ολόβαθα, μαζί και το λουμίνιο τις νύχτες για να φέγγει, κι ένα μαστέλο ξύλινο να πλένει η Θοδούλα όξ’ απ’ τη Δαφνοπαναγιά εκεί στον Μέγα Λόμπο. Και μια καπάσα πήλινη να μπαίνουν κολυμπάδες, για όλες τις σαρακοστές, για όλα τα ξεμόνια.

Τα έπιπλα με τον κομό, φορτσέρι, καναβέτα, κασέλα ολοξύλινη και σκαλιστό αρμάρι, σκαφίδι και πινακωτή και τάλαρο για το τυρί να μην το βρεί το πθούλι, μαζί και η μαλάθα σας που μέσα βάζουν το ψωμί, να μην το βρίσκουν τα κουφά, για να το μαγαρίσουν. Όλα σας τα ρεκούμπερα ν’ ανοίξετε το σπίτι.

Also write about the trocolos, the bucket, the patter and two wooden vases with a hundred barrels.

Together and cutlery.

Bokoles brand new, Pontal and vergetes, ten pounds cash dowries of schoremenis, is katarichosi hidden amid the jar for Thodoula avyzare before leaving on the trip, anyway, along with the dowry her mother to desire, as will make female children tine xananoiosei.

Be it 'The Good Time! With his blessing, my children!

(The narrator praises eternal youth.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Νιότη παντοκρατόρισσα, εγώ διατάζω προσταγές, εγώ Κλωθώ τη μοίρα στην ηλακάτη της ζωής όπως θέλω τυλίγω, αίμα απ’ το αίμα ουρανών αθάνατη βαδίζω, πάντα ποθοκρατόρισσα και πάντα σαγηνεύτρα, εγώ βαστάω της ζωής ολόχρυση σφραγίδα, οποιος τη χάρη της δεχθεί λεύτερος θα εμβαίνει μες στης Κανάθου τα νερά, να παίρνει πάλι απ’ την αρχή τη δοξαριά της νιότης, ωσάν την Ήρα να κρατά έφηβης δαφνοστέφανα, να λιώνουν οι θεάδες, τέτοια πανώρια νιόπλαση δεν σύντυχαν ποτέ τους. Ξαναπεράστε ουρανοί, εμάθαν τα παιδόπουλα τα μυστικά της νιότης, αιώνια τα λειτουργούν ολημερίς τα ψάχνουν, βατήρες στήνουν ν’ ανεβούν στα χρυσοπάλατά της.

Ηλιοπλημμυρισμένη μου αχτίδα εσύ της νιότης, στα ξέφωτα να περπατάς, στις χάρες σεργιανίζεις, αχτίδα να σε καρτερούν στα τρίσβαθα να φέξεις, ζωή να έρχεται γοργά, μεθύσι να σκορπάει, σ’ ένα ουρανό, κι άλλο ουρανό, να τρέχει, να διαβαίνει, ζωή πέρα στα σύμπαντα το μήνυμα να φέρνεις, σαν τρεχαντήρι νιόκοπο που λαχταράει τη θάλασσα, έτσι νιότη αρπάζεσαι στης άχνης τα καράβια, να πας σε πέλαα μακρινά, αγάπαγε, τραγούδα, της Τερψυχόρης αδερφή , του Ποσειδώνα κόρη.

ΦΛΩΡΟΣ

-Παιδιά μου Καλορίζικα! Νάχετε την Ευχή μου. Όσα καλά κρατά η γη και όσα η Μέρα της Λαμπρής καλούδια να σας φέρει, να μην παδείρετε ποτέ, να τάχετ’ όλα πλήθια.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Patera always liontropsyche your will, your feet knew Mother and Kiris, like my first angelokrousma fate protected me, losing my Mistress, simple hands like eagle always cover me, I never elampaxa under such arms.

Εικόνα 8 – Τα προικιά της νύφης δεμένα σε κόμπους και φορτωμένα στ’ άλογα μεταφέρονται στο σπίτι του γαμπρού.
Εικόνα 8 – Τα προικιά της νύφης δεμένα σε κόμπους και φορτωμένα στ’ άλογα μεταφέρονται στο σπίτι του γαμπρού.

Τώρα θα σ’ αποχωρισθώ, μα πάντα στην καρδιά μου κορώνα θάχω, φυλαχτό, τα άγια σου τα χρόνια, γεμάτα απ’ τον τίμιο αγώνα του ξωμάχου, του κηνυγάρη της σκλαβιάς και της ξενοκρατίας, σούδωκε φωτοστέφανο στα μάτια της Λευκάδας, σε λάτρεψαν οι αχαμνοί, και οι τρανοί σε φεύγαν, το δίκιο είχες μέτωπο, τη Λευτεριά αντάρα, σκόρπαγες, ματασκόρπαγες στ’ ολόδικο νησί σου. Γονατιστή τώρα εδώ να δώσεις την ευχή σου.

BRILLIANT

-Μου τόλαχε η μοίρα μου δυό πατεράδες νάχω, μονάτος σαν καλό αρνί βυζώ σε δυό μανάδες, ο ένας που μ’ ανάπιασε σαν ώριμο προζύμι, με ψώμωσε, με βλάστησε, όμοια που σέρνει από παλιά των Σφακιωτών η βένα, οπόχουν Κρητική φλεβιά, κρατούν απ’ τους Κουρήτες.

Ο άλλος που μ’ ατσάλωσε μες τη φωτιά να μπαίνω, αλαίμαρχος, αλύγιστος, να μη ριγώ στον κίντυνο, να μη σκύβω κεφάλι, όταν τη γη ποδοπατούν του κόσμου οι αφεντάδες και τη γιομάρα φέρνουνε, σαν το σφελάγκι που ζητά τη στράτα να μολώσει, το δίχτυ του απλώνοντας καρτέρι στους διαβάτες . Πατέρες χιονοσκέπαστοι, αφέντες τιμημένοι, στον όρκο σας τον ιερό για πάντα θα ομνύω, Φανερωμένη και Κυρά θα έχω τη Θοδούλα, και στην πατρίδα θα ριγώ με χαλασμό στα στήθια.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Ετοιμαζόμαστε γοργά, αύριο πλένουμε μαλλιά, Τετάρτη τα προζύμια, την Πέμπτη για τα στρώματα, Καρφώματα Παρασκευή και Κυριακή στεφάνι.

Tomorrow by Lazarus, before the Megalovodamos, now that Arkolaia runs, hair to wash the duck well to leave, head restraints and mattresses on Thursday to fill up. Unmarried neighbors and the village of childhood children are sterilized on the side of Thodoula, all the procession to reach, the lute in front, and at the source to set up the great reverend. And in the brides, the joy of praying is scattered, when the bride will win a petal in the passage, with the joy of joy in the silver hands. And on Wednesday Dear Mermaid, let the bride be set up, the bride to be set up, Kyris to cruciate, and to share the wedding on Sunday.

Φλώρο Χτενά, το σόϊ σου όλο στον πύργο νάρθει, μαζί σας κι η Καρφάκαινα που ξέρει τα τραγούδια, που πάει σε γάμους, σε χαρές, κι αντιλαλούν οι γειτονιές πιότερο κι απ’ τ’ αηδόνια, κι όθε βαστάγονται γερά φέρνουν και λαουτιέρη, τότε το γλέντι ξέφαντο, κρατάει μέχρι το πρωί το τσάμικο, ο μπάλος. Τέτοια τραγούδια να μας πεί, να λάμψει κι η Θοδούλα, μόνο να της θυμίσουμε να σπαρανιάρει τη φωνή, γιατί διλόγγου φτάσανε Καρφώματα, Στεφάνι.

THE SONGS IN THE DETERMINATIONS

(Ο χορός των καλεσμένων στα προζύμια τραγουδά…)

ΕΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Φκήσου με μανούλα μου τώρα στ’ ώριο μου προζύμι, τώρα στ’ ώριο μου προζύμι και στα καλορίζικά μου. Την ευχή μου βρε παιδί μου κι ο θεός να σε προκόψει, κι όσα καλά έχ’ η Λαμπρή όλα να σου τα δώσει.

ΣΗΤΑ

my screen, my fine sieve and my good koskinistra. Tions our good t 'flour, mingle our well match ,. My screen trellis, my kothre kamaromene for our sieve t 'flour to make good bun gaprou and t-worthy.

rivers

Αχλιβέ μου ποταμέ μου, άχλια νάναι τα νερά σου, π’ αναπιάζουν τα προζύμια και του γάμου τα κουλούρια. Αχλιβέ μου ποταμέ μου ζέστανε με τα νερά σου νιόφωτο καμαρωμένο, να βλαστήσει, ν’ αναστήσει χίλιους μύριους απογόνους, να γεράσει, να ασπρίσει και μαζί ανταμωμένο τη ζωή του να γλεντήσει.

ASIMOSTE

For toiled da kyrgie groom, so asimose and sit, and stretched out in your Pocket the pearl and silver throw the bread in your marriage.

Έλα Μάνα χρυσωσέ το και Πατέρα ασημωσέ το, πάει η μάνα τ’ ασημώνει και το τροιπλοσταυρώνει, κι ο Πατέρας το χρυσώνει και το χιλιοκαλορίζει.

(Οι ετοιμασίες στον πύργο του Φωτεινού προχωρούν. Παρασκευή απόγευμα. Έτοιμα τα προικιά για τα Καρφώματα.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-To prepare trolls, the compatriots come in, put the beads on the neck, ribbon in the croup, toss them a lot like they walk in the walkway, tie their rings tight, I keep them strong and on them the beds and the they will be loaded, in front of them with the sausage to drag small children, and in the pure of their arms carry the bun.

Μοχτάτε οι γειτόνισσες, λαδόπιτες και κέρασμα έτοιμα στη βαντιέρα, και στις σπαλέτες νάχετε πολλούς καρφοβελόνους, στα χέρια ορκέλες κόκκινες, και στα βελόνια οι κλωστές καλά μπελονιασμένες, για να καρφώνουν δυνατά, τα ρούχα που θα πέφτουνε στον νιόφωτο τον κόμπο, να βλέπουν οι Χτενέϊσσες ώρια λινά μεσάλια και χοντροσκούτια πλουμιστά, όλα χρυσοχεράτα, η σχωρεμένη ύφαινε με το τραγούδι να δονά τα δώματα του πύργου, μ’ άμοιρη, κακορίζικη, δεν πρόλαβε σα μάνα πάνω στον κόμπο να πετά τα χρυσοϋφαντά της.

Μα τώρα έφτασε η χαρά. Μου κάζουν περασμένα. Άλλα προστάζει η μοίρα.

Αρχίστε το τραγούδι.

(Οι καλεσμένες γυναίκες αρχίζουν τα σχετικά με τα Καρφώματα τραγούδια.)

TROUSSEAU

Τρία κλαριά βασιλικό και τρία ματζουράνα, χαρά σε τούτα τα προικιά που δίνει τούτη η μάνα. Καλώς τα που προβάλανε τ’ άσπρα και τα χιονάτα, να τα χαρεί που τάφτιαξε και κόπιασε για δαύτα.

ΚΑΡΦΩΜΑΤΑ

Η μέρα είναι Παρασκευή, τα ρούχα μου καρφώνω και το καλότυχο προικιό μάνα μου το τελειώνω. Φκηθήτε με γονέοι μου τα ρούχα μου και μένα, και τα ωραία μου προικιά τα μορφοκεντημένα. Με γειά και με καλή καρδιά, να ζεις, να τα χαλάσες, να τα γλεντήσεις κόρη μου και να τα διασκεδάσεις.

image12
Image 9 - Lefkada diasidi, phase winding in place.

ΑΗΔΟΝΙΑ

Nightingale of the east and you birds of the West, come and nail the bride's dowry. Sugar, again sugar, rice and again rice, become the warmer layer that fills.

BRILLIANT

Load the horses, cover it with gillnets and more - on our pyrgothoun red pillows. Procession before walking lamb keratomeno and between the horns red ribbon, chazi make the villages othe traverses the lavra, Lefkada n 'heard the walker songs, the door to Chteneika be with the mother expects, cotton and sugar to put in Thodoula and empty as the dowry and pave the bed, the first crawling child bumped to fly.

(To follow the traditions for the wreath inside from the look of the narrator.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Έφτασε Σαββατόβραδο, παραμονή του γάμου, ο πύργος ολοφώτεινος, φτάνουνε τα κανίσκια, κόφες γεμάτες κρέατα, κουλούρια και μανέστρες, και πάνω ολοσκέπαστες, κόκκινο κρέπι άλικο τις χάρες να μηνύει, χάρες να στήσουν οι χοροί που ολόνυχτα κρατάνε.

Μαζεύονται οι συγγενείς, φτάνουν οι καλεσμένοι, μία ευχή ακούγεται στα χείλη ν’ ανεβαίνει: <<Να είναι πάντα σε χαρές, παιδιά να στεφανώνουν και μες στα σπίτια τρυγητός μόνο χαρές γονέοι>>. Και σαν θα φέξει η Κυριακή και ο παπάς στην εκκλησιά τη λειτουργιά τελειώσει, ποτάμι θα κινήσουνε οι δύο συμπεθέροι. Μπροστά πηγαίνουν τα βιολιά και πίσω η βαντιέρα, στρωμένη ολοκόκκινα και πάνω της τα στέφανα, το φιόρο για τη νύφη, κι ανάρια τους να κάθονται άσπρα τα ζαχαράτα.

And when the priest blasphemed, the crowns were finished, and again he was hungry for the groom in the house, expecting the mother-in-law to sweetie, to take with her hands the sharp ax and three beats her cloak, be hospitable, , her new homemade. The feast was over, and the dances kept the whites and the whites with the pannier sausages and the worms, and from the wagons the wine runs from the beak.

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Για σηκωθείτε νιόφωτο να πιούμε στην υγειά σας, και κίνησε Καρφάκαινα της μάνας το τραγούδι, με την ευχή της στο πλευρό να ζήσουν, να προκόψουν.

ΟΙ ΕΥΧΕΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Φκήσου με μανούλα μου τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι, τώρα στ’ ώριο μου στεφάνι και στα καλορίζικά μου. Την ευχή μου βρε παιδί μου του Χριστού και τη δική μου, την ευχή μου βρε παιδί μου, κι ο θεός να σε προκόψει. Σύρε στο καλό παιδί μου και μες στην καλή την ώρα και να γεμίσ’ ο δρόμος σου δάφνες, μυρτιές και ρόδα. Δάφνες, μυρτιές στο δρόμο σου, κι η νίκη στο πλευρό σου. Και της μανούλας σ΄η ευχή , να είναι οδηγός σου.

Εκ νέου η πρώτη στροφή. Φκήσουμε μανούλα μου κτλ.

ΘΟΔΟΥΛΑ

-Και στην Κυρούλα δέησες, να πέτομαι στη χάρη της, νάχω και γώ η ορφανή σα μάνα, σαν ποσέσο, ο θρόνος της να θρονιασθεί μέσα στο σπιτικό μας, παιδόπουλα για βλόγησε, όμορφες θυγατέρες, γύρω γλυκιά μοσκοβολιά στο σπίτι ριζωμένη.

ΚΥΡΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ ΜΟΥ

Today the sky is shining, shining day today, today crowned eagle and dove. Joy in your luck groom, joy in your root, which vaneis such angel forever by your side. Kira Faneromeni me with thy only begotten, where he became the marriage, voyage with your efki. Kira Faneromeni me, and gave them years as give away the olive leaves and strands. My Lady Faneromeni and smallpox wreath, star similar to litters eye can not catch.

ΦΛΩΡΟΣ

-The mother call to prosdechtei the bride, be it 'stars, be it' s dawn, be Nio moon, a piece of gold on, get into the orchard, like apple trees loaded with apples arifnita.

The RECEPTION OF PETHERAS

Έβγα κυρά και πεθερά να προσδεχτείς τη νύφη, που πρόβαλε σαν τον αητό μαζί με τον πετρίτη. Καλώς τα μάτια πού’ρχονται και φέραν τον αγέρα, κα φέραν τη νυφούλα μας μέσα στα δυό μας χέρια. Καλώς τα μάτια πού’ρθανε, κι ας κάμανε και κόπο, αφού’ ρθαν και μας φούμισαν τον άσχημο τον τόπο. Νυφούλα καλορίζικη με γειά σου, με χαρά σου, ήρθαν τ’ αηδόνια νύφη μου να δουν την εμορφιά σου.

BRILLIANT

-Because God the beauties flowers like the shakes, homemade flowers to sprinkle, to pave the tables, here table beautiful castle founded, to say the song, are strewn flood.

ΤΟΥ ΓΑΜΠΡΟΥ Η ΤΑΒΛΑ

Oh, Christ, and what I like good groom the board, strewn pounai beautiful and well trapezomeni. With Perun, with spoons and silk mesalia. Silver spoons and firfirenia dishes. The kroustalenia glasses, the steely knives. In those marriages if I went, I saw such niofoto. Nani bride cold tap, and the groom as cypress.

Again, Z Christ like.

(And while the party still holds good, enters the messenger scene, to bring the message that the Gratian chose open conflict with the Shining. He Episkopi and united with their own Franks, who were there locked. They burnt the thatched, who was in the yard of the monastery and served as residences of Sfakisanon xomachon and now threaten openly Bright ...)

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ

"My master came," the Franks said. As they saw in Paliohalia the children of Nikephoros came here, they went up to Koulmos, and all the Frangoloi got rid of Gratiano, and more than one hundred of them came from Soratzo, parted in the field and went with the salt, as if pouring in front of A big feast, to run, to be fooled as a slime have us. They took the leave, went to Karfaki, in Bozza they were short-lived, and they came to a quarry arriving in Episkopi, with the locked men smashed the huts and now they camped in front of the monastery. You who are mocking and the whole of Lefkada falls upon you, it is time for Frangia to quit, to reap, as if black lights were to be reminiscent.

(Στο άκουσμα του αγγελιαφόρου ο Φωτεινός σηκώνεται απ’ το τραπέζι του γάμου. Ήρθε η μεγάλη η ώρα…)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-To get up in arms, too poor and old, each to lean on the Fragia! My children it 'the war of Death drunkenness! All this the moutzara that zygosan brazenly within our neighborhood and we break down the sacred, to cut therewith. We are five hundred, and among us are chosen so kavalaraioi!

Faced with Sideris Lambros and Mitros, to catch the icon there stou dagka the Cross, close to public. We too asker possible in two slack to go, safe to cycle through all the Fragkoloi. Piece Av 'from the Derya, t else in Mesochoria, not to allow the Gratian the Isoma catching, go in Melissa, there Evil Lagadi with blunt narrow can not leave.

Στις πόρτες σα θα φτάσουνε, όπου ευθύς στενεύει και κάτω χάσκει ο βάραγγας, μονάχα δύο σκέψεις για να διαλέξουν θάχουνε. Ζερβά να πάν’ στις Σπαθαριές, δεξά για τις Μποτσάρες. Το πρώτο κάζει πιο βατό, εύκολ’ αναρριχώνται και στόχος τους η θάλασσα, τα πλοία του Σοράτζου. Κ’ εμείς απ’ την Απεταστή, στο ίσο μονοπάτι, ξεθεωμένους, νηστικούς, καρανιασμένους για νερό, μονάχα με δυό κδέλες θα ξαχουρδίσομε κρυφά, στις πλάτες τους θα μπούμε, και τότε θα τους κόψουμε, όλη αυτή την ψώρα, οπόρχεται κάθε φορά και μας μαδάει τη χώρα.

(After the sound stage of the war, the narrator, describes the battle, as historically recorded by the German Karl Hopf, who in his TRUTH saved us the battle of 1357 of the Spacots of Zorzi Gratiano, around the monastery of Episkopi in today's Spanohori and then the complete destruction of the Gratiano near the Melissa Gorge. The work of Hopf translated by German Corfiot Gymnasarh Ioannis Romanos 1891.)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

<< ... The Gratian and his brother Nicholas estratefsan to newly built fortress, ten miles from Lefkada spaced. The route ige di steep mountains, and none of the Greeks appeared. The fortress, afrouriton being, immediately after epyrpolithi the vicinity clay mostly and thatched houses, no zoootrofias or other precondition of shifty there found.

Cu far from this that all the more synigerthisan the Greeks, 500 pedestrians and 40 horsemen, eutin the hand Gratianos loidorountes received, the receiver Venetian gunners fired, etoxefon and esfendonon so that inagkasan them in retracted towards the fortress of Santa Maura. Fiber d accelerate the course, ivoulithi the Gratian v 'A'gag the small number of military by epitomoteras and efporoteras despite tais nafsin tract. But th Knowing than just this, afikonto round th lot in avaton valley.

Απειρηκότες υπό του καμάτου, ταλαιπωρούμενοι υπό τε της δίψης και της πείνης, ήλθον τέλος εις οροπέδιον, ένθα διενοούντο ν’ αναπαυθώσιν, ότε αίφνης οι Γραικοί επέπεσον πάντοθεν επ’ αυτούς και αιματώδης συνεκροτήθη αγών. Μόνον δε χάριν ετοίμως πεμφθείσης παρά του στόλου βοηθείας ηυμοίρησαν να σωθώσιν οι συγκεκλεισμένοι, αλλ’ ο Γρατιανός και ο Νικόλαος απήχθησαν εις την Επισκοπίαν αιχμάλωτοι και δέσμιοι…>>

(Στη σκηνή μαζί με όλους τους πρωταγωνιστές κείται δεμένος ο Γρατιανός και ο αδερφός του Νικολάκης, στα πόδια του Φωτεινού…)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Δε σε χαλάμε Γρατιανέ. Γερμένους και αδύνατους εμείς δεν τυραννάμε. Μου σύντριψες τα δάχτυλα, μου σκύλεψες τη χαίτη με δέκα υποταχτικούς. Μας σάπιζες στο ξύλο και μεις αγκομαχούσαμε αγρίμια λαβωμένα, μας λέρωσες το μέτωπο, μας γύμνωσες, μας κρέμασες, μας πάτησες στο χώμα, ρήμαξες τα κατώγια μας, σπυρί κλωνί δεν άφησες στα δόλια τα παιδιά μας…

Όμως ετούτη η φυλή γερμένους δεν τους κόβει!!!

Ο Νικηφόρος πρόσταξε στην Άρτα πως σε θέλει. Εκεί να λογαριάσετε δικά σας νιτερέσα, οπόχουνε στους θρόνους τους του κόσμου οι δεσποτάδες.

Ξόμπλι να πάρει, μοναχά, ο γιός σου ο Βερνάρδος, πως αν θελήσει κάποτε στ’ αψήλωμα ν’ ανέβει, τους Σφακισάνους μια φορά πως θα ξανασκλαβώσει, ίδιο θα λάβει τέλεμα, ο Λάμπρος και ο Μήτρος μου μ’ όρκο σφιχτά δεμένοι, εκεί πάνω στα αίματα στου σταβαριού τη σπάθη, που μου’ λιωσες τα δάχτυλα, την ξένη ψώρα πούρχεται τη χώρα να μαδήσει, πάντα θα τη συντρίβουνε, πάντα θα τη νικάνε.

(Turning the Light to the people of Nikiforos, who helped him in rebellion against Gratian, their commands ...)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Take them, your despot peskesi asking them apinomis lost their brave lads.

(Transfer the prisoners Gratian and his brother Nikolakis. The Light calls his companions to their moirologisoun killed Franks, as the Greek tradition requires, as we have in the dead.)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

-Ήταν κι εκείνοι τους παιδιά, παιδιά καλομανάδων, που μπήκανε στη δούλεψη του Γρατιανού για τ’ Άσπρα, τέτοια τους έταξε πολλά για να τους δελεάσει, και την φωλιά τους άφησαν, Τοσκάνη, Καλαβρία. Ας τους μοιρολογήσουμε, τι κι αν είναι Φράγκοι, εμείς, Ρωμαίικη ψυχή, εμάθαμε χρόνους μακρούς, όθε και ν’ άρχονται οι νεκροί μόνο να τους τιμάμε..

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Δυστυχισμένοι, νάχανε πατέρα, αδέρφι, μάνα, να τους μοιρολογούσανε…

Η γη μου η Σφακισάνα που’ ναι Κυρά φιλόξενη τον κόρφο της θ’ ανοίξει, και με το αίμα της σφιχτά τη σάρκα τους θα σμίξει…

Δυό δέντρα να φυτρώσουνε, της λευτεριάς πλατάνοι… Λεύτεροι, ανεμόδαρτοι εμείς οι Σφακισάνοι το μήνυμα να στέλνουμε: Ποτέ ξενοκρατία… Ποτέ του ξένου πάτημα τη γη να μαγαρίσει…

(To follow Lefteris xanasasmos narrator for freedom and niochtisti home ...)

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Τώρα φτερά σε καβαλάρισσα φωνή, γλυκά να τραγουδήσει, στο ξάγναντο σταθήκαμε του νιόφερτου ανέμου, για κει που πρωτοχύμηξε το φως όλοι τραβάμε, χέρια βαστάνε τη φωτιά για όσα μας τρομάζουν.

Nα γονατίσουν τ’ αντιστύλια των ψυχών, στους δρόμους της ελευθερίας, όσο μακρύτερα μπορείς το βέλος σου πατρίδα, πλημμυρισμένο στης ζωής τα νιά τα μονοπάτια, τραγουδισμένο από λαλιές των τίμιων ξωμάχων, που το σταβάρι οδηγούν ίσια στ’ αλέγρο χώμα, της γης που τους αγάπησε, κι οπού το αίμα της μαζί, αντάμα το μοιράζουν.

Στους βράχους π’ αγαπήσαμε ρίξε θεέ μια πάχνη, ανέγγιχτοι να μείνουνε στα δειλιασμένα στίφη, φωνές λουσμένοι άμετρες, με μια βοή αφέντρα, ποτέ ρωγμή, ποτέ σκουριά, στα θεία μάρμαρά τους.

Ασβεστωμένες μας αυλές γιορτάστε, ξεφαντώστε, στημόνια της ελευτεριάς τα χέρια σας υφαίνουν, στις πιο καθάριες της γενιάς πηγές ναματισθείτε, με την τρανή χαρά μπροστάρη σας χορέψτε, τραγουδήστε, για όσα απ’ τα τρίσβαθα, Ψυχή Ελληνική, αιώνες μας φιλεύεις .

Αητοφτέρουγη γενιά ξολεθρεμούς αψήφα, ο δρόμος για τ’ αμάραντα ολόϊσα τραβάει, της λευτεριάς η χόβολη ξανά λαμποκοπάει, τον μαύρο φόβο πέρα φύγαμε, και μάθαμε να κράζουμε τη λευτεριά αφέντρα.

(Fascinated and Gero - Light, from the inspiration of freedom, will close in his own divine anasasmo for the blessed land ...)

ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Oh, my blessed land, from Gyra waters in the country of Apollo vrachero Duchy rooting freedom, freedom to karpizeis, n 'sparkles to glow, with one voice, with one soul: Never slavery !!! Never shackles !!! Never Xenokratous !!!

And now in his old age, to to admire could from the top of the Contras, niofoti, unobstructed, without chain destiny beyond shining 'the freedom, met the tall, straight Stis soul of the fringes.

The abyss annihilated by the wrath of the ears in the hands proceeded, lampovoles n 'glistening on paidopoula Rouga, amid the haunts of joy the youth and his bravery in favors asotepste, set up dances mingle the creation and the freedom with divine tenderness ...

Ω, μάνα αντροκάρπισσα, τ’ άχαρα τα παιδιά σου για σε ελαχταρίσανε, ο χτύπος της καρδιάς τους με σένα αιματώθηκε, ενίκησαν για σένα!!!

Ω, γη ευλογημένη μου, στον όργο της ανατολής ρήγισσα και σπουδάστρα… Μητέρα… Αγιομαυρίτισσα… Λεύτερη… Σφακισάνα…

(Δύο και τρεις φορές ο τελευταίος ανασασμός του Γέρο – Φωτεινού για να πέσει η ΑΥΛΑΙΑ…)


ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

Alatologos. Wooden small box for the coarse salt.

Αγιομαυρίτης Ο κάτοικος της Λευκάδας.

Αγριοκόκι. Το φυτό βίκος για σανό.

Αλαίμαρχος. Βιαστικός, απαιτητικός να τα κάνει όλα.

Άλογα αλέστα. Άλογα με μεγάλο και γρήγορο βηματισμό.

Αναφταώνομαι. Εξαφανίζομαι ξαφνικά.

Ανάκαρα. Δεν έχω ανάκαρα. Δεν έχω δυνάμεις.

Άλατρο, Χαραδιάτικα, Γένι, Δαισήμου, Σύβοτα, Αλεχτόρι, Λειψόπυργος, Εύγερος, Μαρανοχώρι, Κοντάραινα, Βουρνικά, Σύβρος, Λαγηνάκι, Νιοχώρι. Όλα χωριά και τοποθεσίες στη Νότια Λευκάδα.

Αϊ Νικόλας Ιράς. Μοναστήρι στο νοτιότατο άκρο της Λευκάδας.

Unfavorable. Shrubs, shrubs of Seferis.

Αϊτέρνω. Βοηθάω κάποιον στη δουλειά του.

Ανάληψη. Εκκλησία των Σφακιωτών στο χωριό των Ασπρογερακάτων.

Αϊ Γιάννης Αργανάς. Καστρομονάστηρο στην ορεινή Λευκάδα.

Απλάδια. Ρούχα για κλινοσκέπασμα.

Αγγελόκρουσμα. Ξαφνικό χτύπημα, κυρίως απ’ την μοίρα.

Αβυζέρνω. Δίνω εντολή , παραγέλλω κάτι.

Ανάλατο. Ξεραμένο λίπος χοίρου.

Αρήλογος. Μεγάλο κόσκινο για το κοσκίνισμα του σιταριού στο αλώνι.

Αρκολιά. Παλιά πηγή στον μεσοδιάστημα των χωριών Ασπρογερακάτα – Πινακοχώρι των Σφακιωτών.

Αχλιβέ ποταμέ. Χλιαρέ ποταμέ.

Απεταστή . Περιοχή κοντά στο φαράγγι της. Μέλισσας.

Ατζάρδο. Παράτολμο θάρρος.

Απινωμής τους. Εξ αιτίας τους, για χάρη τους.

Αγκούσα Στενοχώρια, άγχος.

Ανδηγαυός. Ο Ζώρζης Γρατιανός, κατάγονταν απ’ τη Φράγκικη δυναστεία των Ανδηγαυών, που κατείχαν την Λευκάδα, (1332 – 1362).

Αϊ Λιάς. Ερημοκκλήσι στην ψηλότερη κορφή της Λευκάδας.

Αλαμανιά. Φασαρία, θόρυβος.

Βαστάγομαι γερά. Έχω οικονομική άνεση.

Βαθύλακκος. Τεράστιο κοίλωμα στο χωριό Λαζαράτα των Σφακιωτών.

Βάραγγας. Μεγάλη βαθιά λεκάνη νερού στα λαγκάδια, που πέφτει το νερό από ψηλά σαν καταρράχτης.

Βαρτζαμί. Ποικιλία μαύρου Λευκαδίτικου σταφυλιού.

Βαντάκα. Μικρή στίβα ρούχων ή άλλων αντικειμένων.

Βαρέλα. Λευκαδίτικη μέτρηση του κρασιού και του λαδιού, ίση με δέκα περίπου σημερινά κιλά.

Βαντιέρα. Μεγάλος μεταλλικός δίσκος.

Βεργέτες και Μπόκολες. Χρυσοί μικροί μεταλλικοί κρίκοι για τα γυναικεία αυτιά.

Βένα. Η κληρονομικότητα των γενιών.

Βερνάρδος. Ο γιός του Γρατιανού ο οοποίος τον διαδέχθηκε στην ηγεμονία της Λευκάδος, όμως πέντε χρονιά μετά, αθόρυβα και αναίμακτα τον παραμέρισε ο Λεονάρδος Τόκκος, για να εγκαθιδρύσει στην Λευκάδα τη δική του δτναστεία, (1362 – 1479).

Βρίζα. Η σίκαλη

Γήταυρος, Πάλας, Νικολής, Ρουπακιάς, Διγενής. Λευκαδίτες κλέφτες στα βουνά του νησιού κατά την Φραγκοκρατία, (1295 – 1479) και την Τουρκοκρατία, (1479 – 1684).

Γνέμα. Το νήμα ύφανσης.

Γήμορο. Ο φόρος σε αγροτικά είδη που πλήρωναν οι Λευκαδίτες στον Ζώρζη Γρατιανό.

Screwdrivers. Needle-like weeds, excellent food for the living.

Γκαινιάζω. Αποκτώ κάτι καινούργιο.

Γεννήματα. Τα σιτηρά.

Γήκος. Τοποθετημένα τα χοντρόρουχα του σπιτιού με τη σειρά σε στίβα.

Γιομάρα. Μαύρη μουτζούρα από οικιακά σκεύη.

Γίγκλα. Δερμάτινο λουρί που στηρίζει το σαμάρι στην κοιλιά του αλόγου.

Γριά Λαγκάδα. Ξεροπόταμο των Σφακιωτών που ξεκινάει απ’ τον Κόντρο και χύνεται στην θάλασσα του Αγίου Νικήτα.

Γύρα. Το βορειότερο άκρο της Λευκάδος, η θάλασσα της Γυράπετρας.

Διάζομαι. Φτιάχνω το διασίδι για τον αργαλειό.

Δάγκα. Στένεμα δρόμου.

Δευτέρης. Το δεύτερο βόδι στο ζευγάρι του Φωτεινού.

Δεν ελάμπαξα ποτέ. Δεν φοβήθηκα ποτέ.

Δαφνοπαναγιά. Εκκλησία της Παναγίας στα Ασπρογερακάτα των Σφακιωτών.

Δρυμώνι. Ξύλινο φτυάρι για το αλώνισμα.

Δρούγα. Τα αδράχτι.

Dikriani. Trichaloto shovel threshing.

Δημοσάρι. Ξεροπόταμο της Λευκάδος που χύνεται στην περιοχή του Νυδριού.

Δουκάτο. Το νοτιότερο βραχώδες ακρωτήρι της Λευκάδος.

Ελάτη. Βουνό της Λευκάδας.

Επισκοπή. Ιστορικό Μοναστήρι της Παναγίας στο Σπανοχώρι, το οποίο κτίσθηκε περί τα μέσα του 14th century. This is where the 1357 Revolution of Vukedros originated, which is referred to by FOTEINOS, as well as 1819's other uprisings against the English-speaking Sfakisan against the English.

Ζάρκο. Μέρος που φυλάνε τα νεογέννητα αρνιά.

Θελέσι. Ογκώδης, βαρύς. σκληρός.

Θώπιας. Αλβανός ηγεμόνας στην περιοχή της Άρτας και της Αιτωλοακαρνανίας τον 14ο century.

Carrick. The housing is kept inside the fruit legumes.

Καναβέτα και φορτσέρι. Δύο μικρά ξύλινα έπιπλα στα οποία έβαζαν τα επίσημα χαρτιά του σπιτιού, συμβόλαια κτλ, αλλά και τα τιμαλφή τους.

Καπάσα για κολυμπάδες. Μεγάλο πήλινο δοχείο, όπου πάστωναν μέσα τις ελιές.

Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας. Λευκαδίτικη παροιμία, σύμφωνα με την οποία, αν την ημέρα της Υπαπαντής έχει καλοκαιρία, θα ακολουθήσει χειμώνας τον Μάρτη.

Κάτοικας. Το κοτέτσι.

Καλαβρού. Αγροτική περιοχή των Σφακιωτών, ανήκουσα προφανώς σε κατοίκους απ’ την Καλαβρία της Ιταλίας, τους οποίους μετέφερε η δυναστεία των Τόκκων, (1362-1479), στην Λευκάδα.

Boar. Sfakiotes the rural area.

Κδέλες. Κινήσεις ζικ – ζακ, ελιγμοί.

Κουφά. Τα ποντίκια.

Koυρήτες. Άγρυπνοι φύλακες του Δία, στο Ιδαίον Άντρο του Ψηλορείτη, όπου τον έβαλε η μητέρα του Ρέα, για να αποφύγει τον θάνατό του απ’ τον Κρόνο. Με τον θόρυβο των όπλων τους και με τα κρουστά τους όργανα επεσκίαζαν το κλάμα του Δία, ώστε να μην τον ακούσει ο Κρόνος.

Κύπερη. Αγριόχορτο.

Κ’ εκείθε πίσω τι καλά. Ρωτώντας ο Φωτεινός εννοεί απ’ τα Πίσω χωριά της Λευκάδας, τι νέα υπάρχουν. Τα χωριά του νησιού τα χωρίζει η κάθετη οροσειρά των Σταυρωτών ορέων σε Μπροστινά Χωριά (βορειοανατολικά) και Πίσω Χωριά. (νοτιοδυτικά).

Κατελωμένος. Βρώμκος.

Κνώδαλο. Πράγμα ευτελούς αξίας.

Κοιτάζω στυλά. Κοιτάζω λοξά και περίεργα.

Κανίσκι. Δώρα των συγγενών κατά τον γάμο, τα οποία κουβαλούν μέσα σε στολισμένα κοφίνια.

Κορφούγκια. Τηγανισμένο το πρώτο γάλα των προβάτων, αφού γεννήσουν και είναι παχύρευστο.

Κρεμάθα. Ξύλινη κρεμάστρα για αντικείμενα του σπιτιού.

Κορκάλι. Το μικρό κρεμμύδι προς φύτευση.

Κολτρίνες. Μικρές κουρτίνες πλεγμένες στο χέρι.

Κορνάκλα. Το κοράκι.

Καρτούτσο και καρτεζίνι. Δοχεία μικρά, με τα οποία μετρούσαν στα λιτροβιά την παραγόμενη ποσότητα λαδιού.

Καταποτήρας. Περιοχή των Σφακιωτών στο Σπανοχώρι.

Κλαρί εκατό κιλώνε. Έτσι μετρούσαν οι ειδικοί τα λιοστάσια στην Λευκάδα, με το κιλό το κλαρί, όπου κιλό ήταν ο όγκος του κλαριού των ελιών.

Κάλοψο χωράφι. Χωράφι που κάνει βραστερά όσπρια.

Κοντράτα. Συνοικία του Πινακοχωρίου των Σφακιωτών.

Κεχρινές, Δάφνη, Φάσσος. Αγροτικές περιοχές των Σφακιωτών.

Καταψιά. Λίγο νερό.

Korth .. The wooden casing of the screen.

Καρφοβέλονας. Βελόνα με έγχρωμη κεφαλή.

Crepe. Brightly colored piece of cloth that covers the female bust in Lefkada outfit and is sometimes used to cover up the small baskets, which went with sweets relatives at weddings.

Κούλμος. Η περιοχή της αρχαίας Λευκάδος, που σήμερα είναι ένας απέραντος ελαιώνας.

Καρανιάζω για νερό. Διψάω φοβερά.

Κότολο. Γυναικείο Λευκαδίτικο ένδυμα που έφτανε μέχρι τους αστραγάλους.

Καβαλοσκούτι. Υφαντό πολύχρωμο ρούχο που τοποθετούσαν πάνω στο σαμάρι των αλόγων στους γάμους και στα πανηγύρια.

Κοντέσι. Εξάρτημα στην Λευκαδίτικη στολή των μεγάλων γυναικών.

Καρπολόϊ. Ξύλινο φτυάρι με το οποίο μάζευαν το αλωνισμένο σιτάρι.

Katarrichosi. The top of the wall of the house, in which stood the planks.

Καρφώματα. Τα προικιά της νύφης τα έρριχναν επιδεικτικά σε μεγάλα δέματα και τα οποία κάρφωναν μεταξύ τους, αλληγορικά για δέσιμο των μελονύμφων, με κόκκινες κλωστές. Η εκδήλωση γινόνταν την Παρασκευή πριν τον γάμο. Εν συνεχεία αυτοί οι κόμποι, όπως έλεγαν τα δεμένα ρούχα, μεταφέρονταν με τα άλογα στο σπίτι του γαμπρού, ενώ ακολουθούσαν οι συγγενείς της νύφης και του γαμπρού με τραγούδια.

Καρφάκαινα. Γυναίκα απ’ το σόϊ των Σφακιωτών με το Κρητικό επίθετο Καρφάκης, η οποία γνώριζε όλα τα τραγούδια τα σχετικά με τον γάμο και τις διάφορες εκδηλώσεις του.

Κεντρώνω. Μπολιάζω.

Κριαρώνω. Συγκρούομαι με κάποιον.

Κρασί κεφαλιακό. Κρασί Λευκαδίτικο δυνατό.

Κόντρος. Το ορμητήριο του Φωτεινού. Περιοχή σε υψηλό σημείο πάνω απ’ το χωριό των Ασπρογερακάτων.

Κυβέρτια. Τα μελίσσια.

Κόκκινη Εκκλησιά. Μοναστήρι του 15th century in Platystoma of Lefkada.

Κόρφος. Το άνοιγμα του Αμβρακικού κόλπου κοντά στην Πρέβεζα.

Λιναροσκουλίδες. Μάτσα από ακατέργαστο λινάρι.

Λέφα. Η αιματαίμεση.

Λιόκριση. Αρρώστια σαν τον ίκτερο, πίστευαν πως αποκτάται όταν κοιτάζουμε το φεγγάρι στην πανσέληνο, γι΄αυτό και τη γιάτρευαν με ξόρκι.

Λίπο ποτάζει μοναχά. Μόνο παχαίνει.

Λουρίτης. Φίδι που τρώει τα αυγά και μετά λιάζεται.

Λάπη. Το μολύβι, το στυλό με μελάνη.

Λιγατοχάρτι. Το χαρτί που κατέγραφαν οι Λευκαδίτες τα προικιά της νύφης, κινητά και ακίνητα.

Λίζαινα. Περιοχή των Ασπρογερακάτων με νερά.

Λαχίδι. Αγροτικό τεμάχιο.

Λιβαθώ και Σάμη. Περιοχές της Κεφαλλονιάς.

Λομποκρατάει. Υπάρχει βαθούλωμα που κατακρατά τα νερά της βροχής.

Λουμίνιο. Μικρό δοχείο φωτισμού με λάδι και φυτίλι.

Μαλάθα. Μεγάλο σκεύος πλεγμένο με καλάμι, στο οποίο έβαζαν τα καρβέλια το ψωμί.

Μαλαθράκι. Υδροπηκία, έλλειψη νερού.

Μελετινή. Το φυτό αψιθιά.

Μέλισσα. Περιοχή των Σφακιωτών με νερά τρεχούμενα, όπου υπήρχαν εννέα νερόμυλοι. Σήμερα το ομώνυμο φαράγγι της είναι επισκέψιμο.

Μεσοχώρι. Σχεδόν βυζαντινός οικισμός των Σφακιωτών, κάτω απ΄το σημερινό Σπανοχώρι.

Μποτσάρες. Περιοχή των Σφακιωτών, κοντά στο φαράγγι της Μέλισσας.

Μούτζαρο. Ευτελές πράγμα.

Μοτάρι. Ξανθό νήμα.

Μολώνω. Φράζω.

Μονάτος. Παρόμοιος.

Μ’ έναν όργο. Με μια γραμμή, με μιαν ανάσα.

Μιταριές. Ο θόρυβος απ’ τα μιτάρια του αργαλειού.

Μπέλτσος. Καρσάνος γυρολόγος , που μάζευε τα χοντρά υφαντά, τα φόρτωνε στα άλογα και τα πήγαινε στη νεροτροβιά, στο Μοναστηράκι του Ξηρομέρου.

Μανέστρα. Η σούπα του βρασμένου κρέατος.

Μεσάλι. Υφαντό τραπεζομάντηλο με πλουμιστά στολίδια, τις λεγόμενες Λευκαδίτικες σπάθες.

Μπακράτσι. Μικρό μεταλλικό δοχείο στο οποίο άρμεγαν κυρίως τα πρόβατα.

Μέγας Λόμπος. Ονομασία τεράστιου βαθιού μέρους ποταμιού.

Μου κάζεται. Μου φαίνεται, νομίζω.

Ματώζος. Ο έχων κόκκινα μάγουλα.

Μανιώνω. Δυναμώνω απότομα, εξαγριώνομαι.

Non moriasoun sprouts. Do not stick to cooking.

Μπαντίδοι. Ασύδοτοι.

Ντεμέλα. Μαξιλαροθήκη φτιαγμένη στον αργαλειό.

Νύλακας. Ο κισσός.

Νώπη. Η υγρασία.

Νιόκος. Ζυμαρικό, το κριθαράκι.

Νιόφωτο. Το ζευγάρι των μελονύμφων.

Να μάσω ότι άλλο. Ότι άλλο μαζέψω.

Νικηφόρος. Ο εξουσιαστής της Κεφαλλονιάς.

Ντεριά. Περιοχή των Σφακιωτών ανάμεσα απ’ τα χωριά Κάβαλλος και Σπανοχώρι.

Να μην παδείρετε. Να μην έχετε ανάγκη.

Ξάϊ. Η αμοιβή, ο φόρος.

Ξαχουρδάω. Γλιστράω.

Ξεζορκιάζομαι. Ξεγυμνώνομαι.

Ξεφτιλίζω το καντήλι. Ανεβάζω το φυτίλι του.

Ξεχωνιάζω. Σκάβω βαθιά για να φυτέψω νέο αμπέλι.

Οβορός. Περιφραγμένος κήπος

Ορκέλα. Η κουβαρίστρα.

Orsini. The dynasty of the Franks who held Lefkada before Andigafo Zorzi Gratianos.

Παράλαμμα. Σκιάχτρο.

Παγερίτσο. Το στρώμα, το οποίο στα παλιά τα χρόνια μπορούσε να είναι γεμάτο, εκτός από μαλλιά, και με καλαμιά από βρώμη, την βρωμίστρα, ή από εξώφυλλα καλαμποκιού τα ροκόφυλλα.

Προστελεύω. Υπάρχω, μου μένει κάτι.

Π(ι)νιάτα. Κατσαρόλα.

Πατήρα. Ξύλινο κατασκεύασμα που πατούσαν μέσα τα σταφύλια.

Παραγαρτάρω. Ξεσυνερίζομαι με κάποιον.

Palamonid. Spiny small shrub, excellent food for goats.

Περγαντί. Κορυφή των Ακαρνανικών ορέων.

Πίνος. Κολλώδης αδιαβροχοποιητική ουσία στα μαλλιά των προβάτων.

Πλωρή. Περιοχή μεταξύ Πινακοχωρίου (Κοντράτων) και Ασπρογερακάτων.

Πιεντάω. Υπακούω.

Πέτομαι. Στηρίζομαι κάπου.

Πευκούλια. Περίφημη παραλία σήμερα της Λευκάδος, στον κόλπο του Αγίου Νκήτα.

Πθούλι. Μύκητας που πιάνει εσωτερικά το τυρί.

Πλένουν τα μαλλιά της νύφης. Εκδήλωση πριν τον γάμο, όπου πηγαίνουν στην γειτονική πηγή και πλένουν με τραγούδια και φαγητά τα μαλλιά της νύφης, που θα χρειαστούν για να γεμίσουν μαξιλάρια και στρώματα.

Drops. Event on Wednesday before the wedding, where the two burgers gather in the bride's home and knead with joy and songs the bride's bun, which will be dealt on the wedding table.

Ποντάλι. Λευκαδίτικο σκαλιστό κόσμημα στον γυναικείο μπούστο.

Ποσέσο. Δύναμη, αποκούμπι.

Paliochalias. village Region Peratia Akarnania, just across from the nearest coast of Lefkada.

Πάγρα. Η παγωνιά.

Προπαίρνω κάποιον. Του μιλώ άσχημα.

Ρίμα. Αρρώστια των ματιών.

Ρεκατσινάτα. Εγκαταλελειμένη συνοικία της Καρυάς ψηλά στο βουνό.

Ρεκάζω. Φωνάζω άναρθρα.

Ρεμπεύομαι κάτι. Επιθυμώ κάτι ζωηρά.

Ρεκούμπερα του σπιτιού. Τα απαραίτητα για το σπίτι.

Σάλτενη. Περιοχή του Ακτίου.

SPATHARI. Region Sfakiotes over Apolpena, Fryni and Tsoukalades.

Sparaniaro something. something spare the watch.

Σάγλα. Είδος σχοινιού.

Σπαλέτα ή κρέπι. Το ύφασμα που καλύπτει το μπούστο των γυναικών στη Λευκαδίτικη χωριάτικη στολή.

Σε δυό μποσούς. Σε δύο δόσεις, σε δύο τμήματα.

Σπάθες. Φιλοτεχήματα πάνω στα Λευκαδίτικα υφαντά. Κυρίως τα άσπρα.

Σπορά με σιναπίδι. Σπορά μέσα στην οποία φυτρώνει και το ζιζάνιο σιναπίδι.

Σάγιασμα. Χοντρό μάλλινο ρούχο με γίδινο μαλλί.

Σκιάδες. Υποτακτικοί.

Σκλημιδεύω. Τρέχω.

Σκυλί μονάτο. Σκέτο σκυλί, σαν σκύλος.

Σπαέτο. Τα μακαρόνια.

Σταφνίζω. Μετρώ, καθορίζω

Συγύρια. Τα σκεύη του σπιτιού.

Σκατζολιά. Ποικιλία Λευκαδίτικης ελιάς, ιδιαίτερα ανθεκτική σε σκληρές καιρικές συνθήκες.

Σκούλη. Η ξύλινη χειρολαβή.

Σμιρδεύω. Ανακατεύω, παντρεύω.

Σμπιράτο ραζακί. Τραγανό άσπρο Λευκαδίτικο σταφύλι.

Σοράτζο. Φράγκος ναύαρχος τον οποίο κάλεσε σε βοήθεια ο Τζώρτζης Γρατιανός, όταν απέναντι απ’ την Λευκάδα εμφανίστηκαν ο Νικηφόρος και ο Θώπιας και απειλούσαν τη δεσποτεία του στο νησί. Για να συντηρήσει ο Σοράτζο τη ναυτική του μοίρα ο Γρατιανός επέβαλε φόρους στους Λευκαδίτες, οι οποίοι ξεσηκώθηκαν, ξεσηκωμός που έμεινε στην ιστορία σαν <<Η Επανάσταση της Βουκέντρας του 1357>>. Απ’ τη ναυτική μοίρα του Σοράτζο ο Γρατιανός πήρε εκατό οπλίτες στην επίθεσή του κατά των Σφακισάνων.

Σφακισάνος. Ο κάτοικος των Σφακιωτών.

Σφελάγκι. Η αράχνη.

Τάλαρος. Ξύλινο δοχείο που βάζουν το τυρί.

Τζενεύομαι. Ασχολούμαι εξειδικευμένα με κάτι.

Τρόκολο. Ξύλινος σφιχτήρας που έστιβαν τα απομεινάρια απ’ το πάτημα των σταφυλιών.

Τμάτσι. Χειροποίητο Λευκαδίτικο ζυμαρικό.

Τσοπόρια. Μικρές σκάλες χωραφιών σε πλαγιές.

Του ριχτού. Επί αλόγων που τρέχουν.

Τυλώνω. Τεντώνω.

Τρωγάδα. Κακοκαιρία με πολύ νερό ή χιόνι.

Φαρδακοκύλα. Αγριόχορτο που απλώνεται σε μεγάλη έκταση στο χωράφι.

Φλάρης. Καθολικός παπάς.

Φκήσου με. Ας με ευχηθείς.

Φιόρο της νύφης. Το μπουκέτο της νύφης στο γάμο.

Φρηάς. Μεγάλο ιστορικό πηγάδι στην ομώνυμη τοποθεσία των Ασπρογερακάτων, απ’ το οποίο έπαιρναν νερό με τις βαρέλες και τα εφτά χωριά των Σφακιωτών.

Φρυμάξανε τα άλογα. Έβγαλαν τον χαρακτηριστικό ήχο των ρουθουνιών, όταν φοβούνται, ή βρίσκονται σε θόρυβο μεγάλο.

Φτακοίλι. Ποικιλία Λευκαδίτικου άσπρου σταφυλιού.

Φούμισε τον τόπο. Ομόρφινε τον τόπο.

Χαλκώματα. Σκεύη του νοικοκυριού, όπως ταψιά και τέτζερες.

Χειμάρρωσε. Δυνάμωσε σαν χείμαρρος.

Chillerthron. Area with the bushy bush.

Ώριο στεφάνι. Πανώριο στεφάνι.